Wednesday, 14 August 2013

En Oresi

Ανοίγεις ένα φάκελο και έχει μέσα εισιτήρια, δυο για το καράβι και δυο για συναυλίες, κι έτσι βρίσκεσαι, 4 μέρες μετά, να καθεσαι στο ίδιο σημείο έχοντας, όμως, διανύσει 1300 χιλιόμετρα. Στο μεταξύ έχεις ακούσει περίπου τρία δισεκατομμύρια κομμάτια από ανθρώπους που αγαπάς χωρίς να τους ξέρεις, έχεις κοιμηθεί όσο σχεδόν κοιμόσουν στις σχολικές εκδρομές, έχεις δει ζαρκάδια, πέστροφες και ζωντανοειδή και τόσο πράσινο, που μάλλον είναι περισσότερο από όσο έχεις δει σε ολόκληρη τη ζωή σου στην Κρήτη. Τέλος, έχεις διαβάσει τη βιογραφία του Άσιμου, και χωρίς να θέλω να είμαι βλάσφημη, έχεις ανακαλύψει ανησυχητικά πολλές ομοιότητες -γαμημένη ΑΝΕΚ-.

Στο Καρπενήσι, λοιπόν, πουλάκια μου, γίνεται εδώ και 3 χρόνια ένα φεστιβάλ, το En oresi -και ακριβώς έτσι στα όρη στα άγρια βουνά είναι. Πως στον πούτσο έφτασε ο καλός μου να ξέρει στα Χανιά για το τι παίζει στο Καρπενήσι με ξεπερνάει, προφανώς, αλλά όταν έχεις την ευκαιρία να δεις σε 2 μέρες Θανάση*, Μάλαμα, Πασχαλίδη και Μποφίλιου (επίσης Αγγελάκα και Χαρούλη, αλλά αυτούς εμείς δεν τους είδαμε), τα πως και τα γιατί χάνονται, μια και τα ενθουσιασμένα αυτιά σου ακούνε πλέον μόνο μουσική. Μάζεψα, έτσι, άρον άρον τα πραγματάκια μου, και το Σάββατο το βράδυ, είδαμε το Θανάση και την Μποφίλιου. 
Το ότι η κοπέλα έχει εύκολα την πιο απίστευτη φωνή από τις Ελληνίδες τραγουδίστριες, θα μπορούσε ίσως κανείς να το αμφισβητήσει -δεδομένου του ότι κι εγώ που τραγουδάω σαν καρακάξα, αν μπω σε ένα στούντιο και κόψω ράψω, και βάλω δυο εφέ, θα βγάλω ένα κάπως αξιοπρεπές αποτέλεσμα-, αλλά μόνο μέχρι τη στιγμή που θα την έβλεπε live. Παρά το κρύο και την υγρασία, παρά τα χιλιάδες ιπτάμενα μυρμήγκια, παρά το κρύωμα που έλεγε ότι είχε, είναι απλά μαγευτική, κι αν δεν με είχε αφήσει σε μια κατάσταση νιρβάνας ο κύριος που την ακολούθησε, θα έλεγα πως δεν με κάλυψε κι ότι θα θελα να την ακούω να με νανουρίζει μέχρι τη στιγμή που θα με έπαιρνε ο ύπνος.
Ο Παπακωνσταντίνου, από την άλλη, είναι απίθανος σα μουσικός, κι έχει μια αδυναμία στη φωνή, που είναι και το μόνο πράγμα που μπορούν να του καταλογίσουν όσοι δεν τον πάνε, γιατί δεν μπορούν να δουν πως ότι του λείπει σε χροιά, ή σε βάθος, ή σε ότι παπάρια χρειάζεται κάποιος για να βγει μπροστά σε κόσμο για να τραγουδήσει, το αναπληρώνει με την βαθιά αγάπη για αυτά που έχει δημιουργήσει. Ο Θανάσης, λοιπόν, το Σάββατο, το χάρηκε, και θα φαινότανε, ακόμα κι αν δε μας το έλεγε. Και, αν και πίστευα πως δεν θα ήταν δυνατόν, ανέβηκε ακόμα πιο πολύ στα μάτια αυτιά μου, μετά από εκείνο το 3ωρο ταξίδι αγίας νοσταλγίας από την Ανδρομέδα στην κοιλάδα των Τεμπών, παρέα με το Φορτίνο Σαμάνο. Και είχα εκστασιαστεί τόσο, που αν με ρωτήσεις τι έπαιξε και πότε θα σου πω απλά ότι δε θυμάμαι. Πιο πολύ σαν τριπάρισμα ήταν, παρά σαν συναυλία.
Για την επόμενη μέρα, το πρόγραμμα του φεστιβάλ, υποσχότανε το live των ονείρων μου. Σωκράτης και Μίλτος, Μίλτος και Σωκράτης, ο ένας μετά τον άλλον, ίσως και ταυτόχρονα. Και -κατά το ήμισυ τουλάχιστον- δεν απογοητεύτηκα. 
Ο Πασχαλίδης είναι ένας από τους αγαπημένους μου ανθρώπους στην ελληνική μουσική. Του έχω συγχωρήσει δυο κακούς -για τα δικά του δεδομένα- δίσκους. Τον έχω δει σε κανονικές εμφανίσεις, τον έχω δει σε κρυφο live στο σπίτι του κουμπάρου του στα Χανιά, τον έχω δει σε αυλή σχολείου στο Γαβαλοχώρι, τον έχω δει σε απλά live μόνο του, με τον Σκουλά, με το Θηβαίο, με το Λειβαδά. Η εμπειρία μου αυτή, μου έχει δώσει την ικανότητα να καταλαβαίνω πότε γουστάρει που είναι εκεί που είναι και κάνει αυτό που κάνει, και πότε ίσως θα προτιμούσε να βλέπει την ΑΕΚ ή να τραγουδάει νανουρίσματα στην κόρη του. Έτσι, όταν βλέπεις τον άνθρωπο που με τη μουσική του έχει ντύσει τελειωμένες φιλίες και φουντώνοντες έρωτες, road trips και χωρισμούς, να βαριέται ή να είναι κουρασμένος, και να μην είναι αυτό που ξέρεις ότι μπορεί να είναι, απογοητεύεσαι (και αυτό έμαθα ότι φάνηκε στη φάτσα μου). Η φωνή του δεν ήταν πάντα το χάδι που είχα συνηθίσει, έπαιξε λίγο, γιατί "κρύωνε", γενικά μέτρια πράγματα. Κι εμείς κρυώναμε, κύριε, αλλά ακούγαμε το Μάλαμα για 4 ώρες μετά τις πεθαμένες καλησπέρες σου! 
Για το Μάλαμα τώρα τι να πεις; Τον έχω δει πάμπολλες φορές κι εκείνον, και ποτέ μα ποτέ δεν είπα μέσα μου ή έξω μου, "πωπω χάσιμο χρόνου". Δε θα του κοτσάρω τα γνωστά επίθετα -διονυσιακός, ροκ, παραδοσιακός κι ότι άλλα σκατά λένε. Θα πω μόνο πως όποιος δεν τον έχει δει ζωντανά έχει χάσει μια από τις πιο δυνατές μουσικές εμπειρίες που μπορεί να προσφέρει αυτή η χώρα. Έπαιξε, όπως είχε υποσχεθεί, μέχρι να ετοιμάζονται να πέσουν τα δάχτυλά του από το κρύο, και έχω υποψίες πως μετά το πέρας του επίσημου προγράμματος, συνέχισε να τραγουδάει παρά πέρα μέχρι να βγει ο ήλιος κάπου ανάμεσα στις σκηνές (αν όντως ισχύει και το ξέρει κάποιος ας το επιβεβαιώσει, να μου 'ρθει η κατραπακιά τώρα που είμαι ακόμα ζεστή), μια και το Καρπενήσι μάλλον δεν πρόσφερε κάποιο μπαρ που να ξενυχτάει για να πιει κανέναένα "απεριτίφ" .

Κάπως έτσι, οι φετινές μου διακοπές δεν περιελάμβαναν μαγιώ, τυρκουάζ παραλίες και μαργαρίτες, κι ήταν στην ουσία μια ρινορραγική groupie αϋπνία απλωμένη στη μισή χώρα, μέσα σε σκηνές, πλοία και αυτοκίνητα, που, όμως, στην τελική, ίσως να με κάλυψε και να με χαλάρωσε περισσότερο.

Καληνύχτα πουλάκια ;)


*όποιος αναρωτιέται "ποιος Θανάσης" μπορεί να σταματήσει την ανάγνωση και να αποχωρήσει τώρα.

Saturday, 3 August 2013

Εκλεκτική αλαλία

Περπατούσα σήμερα στο σπίτι και, καθώς δε μιλάω με πολύ κόσμο εκεί μέσα αυτές τις μέρες, είπα να σας διηγηθώ μια ιστορία σχετική με την ερώτηση "καλά, πόσο καιρό νομίζεις ότι θα μπορείς να μη μου μιλάς;". Την ιστορία της πρώτης μου "σχέσης".

Μπαίνοντας στο γυμνάσιο και μεγαλώνοντας, ξεπέρασα το Γιώργο, το δεύτερο παιδικό μου έρωτα, με τον οποίο οι τότε κολλητές μου ήταν σίγουρες ότι θα παντρευόμουν, κι έτσι μάλλον ερωτεύτηκα σε φάση ψεκάστε-σκουπίστε τον πρώτο άνθρωπο που βρέθηκε στο δρόμο μου. 
Ο Μάνος ήταν ο πρώτος εφηβικός μου έρωτας, κάπου εκεί στη δευτέρα γυμνασίου. Ασχημούλης, μπούλης, με σούπερ ζαβά δόντια - που ποτέ δεν έφτιαξε αν θυμάμαι καλά -, γιος του καθηγητή ενός από τα δευτερεύοντα μαθήματα -πράγμα που μετά που βγήκε σε καλό, μια και ήθελα να εντυπωσιάσω τον "πεθερό"-. Τα βήματά του έχουν χαθεί πια, αυτός ο έρωτας τον σημάδεψε ΤΟΣΟ.
Μια και είχα μοιραστεί συνωμοτικά με όλο το γυναικείο πληθυσμό της τάξης ότι "ήμουν ερωτευμένη" και είχα γεμίσει με "Μ" το σύμπαν, δεν ήταν δύσκολο να το πάρει μυρωδιά και ο αρσενικός. Τώρα ή διέθετα ήδη από τότε το ταλέντο να ρίχνω το αρσενικό της επιλογής μου (επιμονή πες το για είσαι μέσα), ή για κάποιο εντελώς μαλάκα λόγο, το σύμπαν απεφάσισε να ψηθεί ο μικρός φλώρος. Το Β2 είχε γίνει παρανάλωμα από τις φλόγες του πάθους μας. Βαθιά βλέμματα πάνω από το βιβλίο της ιστορίας, βαθιά βλέμματα πάνω από το τετράδιο της οικιακής οικονομίας, βαθιά βλέμματα πάνω από το μπλοκ των καλλιτεχνικών και, για να μην τα πολυλογώ, βικτωριανό ρομάντζο ολκής, τόσο πρόστυχα πράγματα. 
Σε ένα πάρτυ γενεθλίων, απελπισμένος ο λαός, μας κλείδωσε μόνους σε ένα δωμάτιο για να τα φτιάξουμε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ (αυτό άραγε έπαιζε και αλλού ή μόνο στο δικό μας μπουρδελάκι;). Μετά από πολλή ώρα χωρίς κουβέντα και με κλεφτές και τίγκα χεσοβράκικες ματιές, με κοιτάει σαν άντρας αποφασισμένος κι έτοιμος για όλα γυρνάει και μου λέει: "Ε θες τελικά;". Έλιωσα η κορασίς από την τεστοστερόνη και δέχτηκα. Μας ξεκλείδωσαν. Εκείνο το βράδυ χορέψαμε μπλουζ, κανένα "i dont wanna miss a thing" που ήταν ακόμα της μόδας, φαντάζομαι, αποχαιρετιστήκαμε εγκάρδια και πήγε ο καθένας σπίτι του.
Εκεί, λοιπόν, αρχίζει το κομμάτι που μου θύμισε την κατάσταση στο σπίτι μου. Από δευτέρα ο Μάνος, μουγκοθόδωρος. Κομμένη η καλημέρα, κομμένα τα βαθιά βλέμματα, κομμένα τα πάντα. Εκτός από τα μπλουζ στα πάρτυ. Και τα δώρα τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Και κάνα δυο Baileys (το γιατί και πως έπινα αυτήν την πηχτή αηδία με ξεπερνάει) που μου είχε πληρώσει. Σε πρώτη φάση αναρωτιόμουν σαν κλασική εκκολαπτόμενη ενοχική τι είχα κάνει λάθος. Θύμωσα, δεν του μιλούσα ΕΓΩ, μου πέρασε. Μαλακίες ντρεπόμουνα κιόλας σαν τον πούστη. Στη γιορτή του που τον πήρα τηλέφωνο για χρόνια πολλά, το κλείσαμε άρον άρον γιατί έπεφταν άδικα οι μονάδες (παλιά τα αστικά τα πληρώναμε φρίκη).
Ο τραγικός χωρισμός μας επήλθε τη μέρα που η Μάρθα κινήθηκε αποφασιστικά προς το μέρος μου την ώρα της γυμναστικής, ανακοινώνοντάς μου ότι ο Μάνος είχε αποφασίσει πως χωρίζουμε. ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΑ. Σοκαρίστηκα και γέλασα όσο ποτέ πριν (ίσως λιγότερο από όσο γελάω τώρα, ενώ το γράφω).
Με το Μάνο ήμασταν μαζί για άλλα 4 χρόνια στο ίδιο τμήμα. Σε αυτά τα 4 χρόνια, η μόνη στιχομυθία ανάμεσα μας κουβέντα μας αποτελούνταν από ένα "κούνα μην είσαι φλώρος" που του πέταξα σε κάποια φάση στην τρίτη Λυκείου που είχα μπει στην τάξη να πάρω το απουσιολόγιο φεύγοντας για ομαδική κοπάνα και τον βρήκα μέσα. 

Δεν είναι να αναρωτιέται κανείς που πάντα κάτι είναι ζαβό στις σχέσεις μου. Ήτανε ζαβό το κλήμα..