Sunday, 15 December 2013

home is where the heart is...

το σπίτι σου είναι εκείνο το γαμημένο μέρος που θα 'πρεπε να νιώθεις ασφαλής και ήρεμος, προστατευμένος από τον έξω κόσμο, κι όχι το ανάποδο. σκέψου το γαμώτο, θυμήσου το την επόμενη φορά που θα πας να κάνεις μαλακία. κανείς δεν είναι μόνος του στον κόσμο αυτό, κι οι πράξεις μας έχουν συνέπειες. δεν ξέρω για πόσο καιρό θα έχω τη δύναμη να ελέγχω τον εαυτό μου. έχεις γαμήσει τόσο πολλά. πρέπει να μου πάρεις κι αυτό; μέχρι πότε θα ζητάς, κι όταν δε σου δίνουν, θα αρπάζεις; μέχρι πότε νομίζεις ότι θα έχεις πρόσβαση, κι επαφή; μέχρι πότε θα δοκιμάζεις όρια κι αντοχές;

Thursday, 5 December 2013

πριγκίπισσες και άτια...

Συζητούσα, λοιπόν, χτες, φίλοι μου, για το πως μας κάνουν τα κοριτσάκια από μικρές να νιώθουμε σαν πριγκίπισσες (πως γίνεται να μην υπάρχει άνω τελεία, γαμώ την πουτάνα μου; εδώ, ΕΣΤΩ άνω τελεία):  με τα μακριά μαλλάκια, με τα ροζ πραγματάκια, με τις φουστίτσες που φούσκωναν όταν στριφογυρίζαμε μέχρι να ζαλιστούμε, να πέσουμε, να χτυπήσουμε, και να έρθει ο κάτωχρος και πανικοβλημένος μπαμπάς μας -aka ο βασιλιάς- (που μας κυνηγούσε σαν παπαράτσι από πίσω όοολη μέρα) για να μας παρηγορήσει, να μας ζαχαρώσει, να μας φιλήσει το ματωμένο "μιμί" και μετά που θα 'χε στεγνώσει τα κλάμματα λόγω οινοπνεύματος και ιωδίου, να μας βάλει το hansaplast με τους μονόκερους. Και πως, τέλος πάντων, κάποια στιγμή, στα 12, στα 15, στα 18 ή στα 22, μας τα γαμάνε όλα και μένουμε ξεκρέμαστες...

Το βράδυ, κάτω από την πορτοκαλί κουβέρτα και το ροζ-πορτοκαλί πάπλωμα (get it? η αρλέτα με τα γαλάζια σεντόνια περιμένει ακόμα τον πρίγκιπα..), συνειδητοποίησα πως η πιο "είμαι πριγκίπισσα" στιγμή της ζωής μου ήταν, όλως περιέργως (ή και όχι;), πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια, στο χωριό, κατά τη διάρκεια του τρύγου... (η εικόνα γίνεται σέπια και συνεχίζω την ανάμνηση).

Ο παππούς μου είχε όταν ήμουνα μικρή ένα γάιδαρο. Έναν απόλυτα νορμάλ, καφέ, ποταπό και γέρο γάιδαρο, που τον συντηρούσε κυρίως για να τον φορτώνει -όσο άντεχε ο έρμος- κατά τη διάρκεια του τρύγου και της συλλογής της ελιάς. Όνομα δε θυμάμαι να 'χει, ήταν απλά ο γάιδαρος. Στα μάτια μου, όμως, αυτό το ζώο ήταν το πιο υπέροχο, γυαλιστερό και περήφανο άτι. Με το που έφτανα στο χωριό, δεν ανέβαινα στο σπίτι να μιλήσω στην προγιαγιά μου, δεν πήγαινα να δω τον αδερφό του παππού μου, που μου είχε τρελή αδυναμία, αγνοούσα γατιά, σκυλιά, κουνέλια, κότες και τα ρέστα, αλλά έτρεχα να βγω την κοντινότερη χαρουπιά, για να τσιμπήσω σκακς για το υποζύγιο. Το τάιζα τόσο υπερβολικά πολλά χαρούπια, που η γιαγιά μου κάποια στιγμή αναγκάστηκε να "σκοτώσει" τη χαρουπιά, γιατί όλο άρρωστο ήταν το ζώο μετά από ένα σαββατοκύριακο μαζί μου. 

Όσο ήμουν τόσο κοντή, που τα πόδια μου δε φτάνανε για να ισορροπώ από μόνη μου στο σαμάρι, οι δικοί μου κάνανε βάρδιες και με γύρναγαν γύρω γύρω μέχρι να κουραστώ (βλέπε το βράδυ που με έβαζαν για ύπνο), σε φάση που συχνά έτρωγα πάνω στο γάιδαρο. Όταν μεγάλωσα, όμως.... καβάλαγα και έκανα γύρω γύρω το χωριό σαν αμαζόνα!!! Η χαρά μου ήταν τόση, που δε με ενοχλούσε καν το γεγονός ότι όταν πηγαίναμε για τρύγο και ελιές, έπρεπε να κάνω πέρα δώθε όλη μέρα: τη μια διαδρομή προς τα αμπελοχώραφα σαν άλλη Ιππολύτη, και την άλλη πεζή να καθοδηγώ το ζώο προς το σημείο εκφόρτωσης. Και πάλι από την αρχή. Είχα γίνει τόσο ιππο-κάγκουρας, που συχνά έκανα και δικαβαλιές με το μικρό, πράγμα που την τελευταία φορά που το δοκίμασα είχε σαν αποτέλεσμα να πέσω και να βρεθώ ξάπλα πάνω σε έναν... ασπάλαθο*! 

Κάπως έτσι, λοιπόν, ένιωθα η Σίσσυ η ίδια καβάλα στο καθαρόαιμο μες στο Μέλανα Δρυμό, μέχρι που ο γάιδαρος γέρασε τόσο, που ο παππούς μου "αναγκάστηκε" να τον σκοτώσει. Καυγάδες, φωνές, κακό... κάποια στιγμή τον συγχώρησα, αλλά η αγάπη για τα ιπποειδή μου έμεινε, και η εντύπωση πως ήμουν ακόμα πριγκίπισσα, μόνο πεζή... 

Τέλος, για τα μάτια σας μόνο, αφιέρωσα περί τη μία ώρα καθισμένη μπροστά σε στίβες από άλμπουμ και σκόρπιες φωτογραφίες από την παιδική μου ηλικία, και ΙΔΟΥ η αμαζόνα (είχα και λιγότερο κουνημένη φωτογραφία, αλλά αυτή έχει κάτι το πρώιμα instagramικό...). Είναι από τη φάση που χρειαζόμουνα ακόμα συνοδεία, και η χαρά μου νομίζω φαίνεται παράδοξα καθαρά...:



*"Τον έδεσαν χειροπόδαρα" μας λέει / "τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν / τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν / απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους / και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι" (δεν είναι τυχαία η επιλογή του φυτού από τον ποιητή, trust me. και το επιβεβαίωσα και με επανάληψη του ξαπλώματος στα αγκάθια και κατά τη διάρκεια ενός εργαστηρίου κάπου στο 2ο εξάμηνο της σχολής).

**on an unrelated tone, μόλις συνειδητοποίησα ότι πριν 5 χρόνια ακριβώς πέθανε ο παππούς μου. γαμημένο υποσυνείδητο, τα πάντα εν σοφία γαμάς ανάποδα.

Sunday, 24 November 2013

To brownie-ζειν εστί φιλοσοφείν

Έπρεπε να έχω υποψιαστεί πως οι οιωνοί είναι κακοί από τη στιγμή που δεν κατάφερα να βρω τη συνταγή για brownies που είχα κάνει στο παρελθόν μέσα στο συρτάρι που κρατάμε βιβλία, βιβλιαράκια, μπλοκάκια και σκόρπια χαρτιά με συνταγές. Ή όταν μου πήρε άλλη μια ώρα να βρω μια συνταγή στο internet που να μου μοιάζει κάπως με όσα θυμόμουνα από την παλιά μου. Αλλά όοοχι, ήθελα να κάνω brownie για να 'χω να κερνάω τη μέρα της γιορτής μου. Κι αν μου κάτσει κάτι, πρέπει να γίνει, τέλος.

Η μοίρα, βέβαια, μου έδωσε μία ακόμα ευκαιρία να γλιτώσω τη μετατροπή της κουζίνας του σπιτιού μου στων ψαρών την ολόμαυρη ράχη, τη στιγμή που το μυαλό μου bugαρε και πέταξα το τελευταίο μου αυγό στα σκουπίδια, κι όχι μέσα στο μίγμα, αλλά σαν καλό μαλακισμένο, απλά την αγνόησα, κι έστειλα το μπαμπά μου, Κυριακή βράδυ, να μου βρει αυγά. Μέχρι την επιστροφή του φυσικά, το βούτυρο και η κουβερτούρα είχαν αρχίσει να κρυώνουν και να πήζουν, δημιουργώντας σβώλους, που όλο το ανακάτεμα του κόσμου δε θα μπορούσε να διαλύσει. Αλλά δε γαμιέται, έφτασα μέχρι εδώ, στη χαζομάρα θα κολλήσω;

Το γεγονός ότι το μίγμα ήταν λίγο για το ένα ταψί, πολύ για το δεύτερο και οκ προς πολύ για ένα τρίτο, με υποψίασε λίγο. Βρε μήπως απλά να το πετάξω όλο στα σκουπίδια και να πάρω έτοιμα brownies; Νοστιμότατα είναι κι αυτά. Γάμα το, μαλακία να πάει χαμένος όλος αυτός ο κόπος. Στο μεταξύ, έχω χάσει το μισό μίγμα κατά τη μεταφορά του από το ένα ταψί στο άλλο.

Έχοντας βάλει το ταψί στο φούρνο, βλέπω ότι φουσκώνει. Φουσκώνει πολύ. Φουσκώνει πάρα πολύ. Μπινελικώνοντας την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισα να πιάσω το μίξερ στα χέρια μου, ξεκολλάω τη μάνα μου από το pc (η μάνα στο pc κι εγώ στην κουζίνα, χμμμ), για να με βοηθήσει να το πετάξω το γαμημένο. Στην ώρα που μεσολάβησε, ο φούσκος που κάποτε ίσως να ήταν ένα ταψί με brownie έχει ξεχειλίσει, ενώ το εσωτερικό του είναι μια άψητη αηδία, κι έχει αρχίσει να πέφτει στον πάτο του φούρνου, να καίγεται και να γεμίζει το σπίτι καπνούς. Η μάνα μου, αποφασισμένη "να μην αφήσει ένα γλυκάκι να την κερδίσει" αποφασίζει πως πρέπει να ανοίξουμε όοοοολες τις πόρτες για να κάνει ρεύμα και να περιμένουμε, απομακρύνοντας ταυτόχρονα τα καρβουνάκια από το φούρνο. Ο πατέρας μου γελάει.

Πιάνω μια φιλοσοφική κουβέντα με τη μάνα μου, σχετικά με την αξία του να ξέρεις πότε να τα παρατάς, αλλά το μόνο που καταφέρνω είναι να χάσω περί τη μία ώρα της ζωής μου, προσπαθώντας χωρίς αποτέλεσμα, να σώσω το καταραμένο πράγμα. Με τη βία σχεδόν, το απομακρύνω από τον σχεδόν φλεγόμενο φούρνο, και το βγάζω στο μπαλκόνι. Ο πατέρας μου πλησιάζει, πιάνει μια γωνίτσα από το μισοψημένο brownie και αποφαίνεται πως είναι καλό. Απομακρύνεται. Παίρνει ένα μαχαίρι κι ένα πιάτο, και ξανάρχεται. Παίρνει όλο το πάνω πάνω που έχει ψηθεί, βάζει μια ποτήρα τσικουδιά, και αράζει στην τηλεόραση. Μισή ώρα μετά, με άδειο το πιάτο και χωρίς τσικουδιά δηλώνει πως είναι πολύ γλυκό και τον λίγωσε.

Συνεχίζοντας με φιλοσοφική διάθεση, η μάνα μου πιστεύει πως όλη αυτή η δίωρη ταλαιπωρία, ήταν για να πάρω ένα μάθημα, γιατί τη μαγειρική πρέπει να την αντιμετωπίζεις με αγάπη και όχι έπαρση, κι έτσι, μορφωμένη πια -και 2 βήματα πριν το εγκεφαλικό- με αναγκάζει να ξεκινήσω τη διαδικασία από την αρχή...

35 λεπτά μετά, το σωστό brownie με κοιτάει γελώντας σατανικά από το ταψί, κι εγώ ορκίζομαι, πως όχι μόνο δε θα ξαναφτιάξω ποτέ, αλλά δεν θα το ξαναβάλω στο στόμα μου....

Friday, 1 November 2013

κατάντια!


  • Έχεις δει το κατά τα άλλα αξιοπρεπέστατο man of steel. 
    • Λες, "ωπ τελικά ο superman δεν είναι εντελώς gay". 
      • Είσαι γκόμενα και είχες τον  Henry Cavill δυόμιση ώρες μέσα στη μάπα σου.


Και να σου μένει τελικά πως ο Russell Crowe με την πανοπλία ήταν σαν να το έχει σκάσει από το Azeroth.....?!

Thursday, 17 October 2013

Την ύστατη στιγμή που σταματάς να συζητάς για όνειρα και σχέδια και προοπτικές, αφήνεις τα όπλα σου στο πάτωμα, κι ελπίζεις να φτάσει γρήγορα η σφαίρα που θα σου κλέψει την τελευταία ανάσα, όταν είσαι γυμνός στο πάτωμα, παίζοντας με τις αντοχές τους κορμιού και τα όρια του μυαλού σου, όταν ακροβατείς πάνω στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο ρεαλισμό και την κυνικότητα, στην αυτοπροστασία και την αυτοκαταστροφή, μόνο τότε είσαι πραγματικά ο εαυτός σου, και μην επιτρέψεις ποτέ σε κανέναν να σου πάρει αυτές τις μοναδικές στιγμές διαύγειας, επειδή δεν μπορεί να σε καταλάβει, σε φοβάται, ή απλώς επειδή είναι αυτός αλλιώς. 

Wednesday, 2 October 2013

Εκείνες οι στιγμές...

.. που νιώθεις πως η παρουσία σου είναι τοξική για τους γύρω σου.


Tuesday, 3 September 2013

Σε ξέρω από τη μέρα που γεννήθηκα, και η αλήθεια είναι πως όταν ήμουνα μικρή δεν ήμουν σε θέση να δω πίσω από το σύννεφο καπνού που σε έκανε να φαίνεσαι σαν το συνδυασμό του batman, του superman και του ironman μαζί. Μπορούσες να κάνεις τα πάντα, και πάντα σωστά, και είχες εκείνη την παιδικότητα που με έκανε να νιώθω κοντά σου, όσο μικρή κι αν ήμουν, όταν παίζαμε με σπαθιά, όταν χτίζαμε κάστρα με τα lego, όταν με πήγαινες σινεμά και σε έπαιρνε ο ύπνος -αυτό, έπρεπε να με είχε ανησυχήσει.
Μεγαλώνοντας, όμως, και χάνοντας την αθωότητα της παιδικής ηλικίας που σε κάνει να τα βλέπεις όλα μέσα από ένα ροζ πρίσμα, άρχισα να συνειδητοποιώ πως δεν ήταν παιδικότητα το χαρακτηριστικό σου. Ήταν συμπεριφορές κακομαθημένου μοναχοπαιδιού, που ποτέ δε ζορίστηκε, ποτέ δεν αναγκάστηκε να αναλάβει τις ευθύνες του, ποτέ δεν έπρεπε να ρίξει λίγο τα μούτρα του για το παραμικρό. Με την πάροδο των χρόνων, προστέθηκε σ'αυτά και η αδυναμία σου να ελέγξεις τα νεύρα σου, και η αίσθηση του αλάθητου, που συνοδεύουν μεταξύ των άλλων τα γηρατειά, όσο κι αν το χρώμα των μαλλιών σου δεν έχει αλλάξει.
Κι όσο αποδέκτης όλων αυτών ήταν κάποιος άλλος, γιατί εγώ ήμουν πολύ μικρή για να έχω άποψη και λόγο, και στο κάτω κάτω δεν μπορούσα να αλλάξω κάτι, δεν το έβλεπα. Μέχρι που το επί χρόνια "θύμα" σου, απλά κουράστηκε να προσπαθεί να σου βάλει μυαλό και να σου εξηγήσει πως κάθε δράση έχει μια αντίδραση, οπότε και έπρεπε να αναλάβω εγώ, μια και έβλεπα πως όσο έμενες ανεξέλεγκτος, έκανες όλο και μεγαλύτερη ζημιά. Δεν καταλάβαινα, μέχρι πρόσφατα, πόσο εγωιστικά και ανεύθυνα λειτουργούσες σε κάθε φάση της ζωής σου -από την χαριτωμένη εμμονή σου να πουλήσεις το οικογενειακό αυτοκίνητο για να πάρεις μηχανή στα 30 σου, μέχρι την καταστροφική για τα οικονομικά της οικογένειας άρνηση να κλείσεις το μαγαζί σου, και να βρεις μια δουλειά που θα προσέφερε ΚΑΤΙ, και δε θα απομυζούσε τυχόν οικονομίες και τους όποιους σταθερούς πόρους. Κι αυτό, γιατί δε γίνεται από επιχειρηματίας και αφεντικό του εαυτού σου να είσαι υπάλληλος. Τι θα πει ο κόσμος; Έχουμε και ένα prestige.
Όμως, το χειρότερο δεν είναι αυτό, δεν είναι η ελπίδα σου πως κάπως μαγικά τα πράγματα θα αλλάξουν προς το καλύτερο -που ίσως κάποιος θα έβρισκε ρομαντικά ηλίθιο-, είναι πως αδιαφορείς για τους άλλους, που νομίζεις ότι εξαρτώνται από σένα, αλλά στ'αλήθεια ισχύει το αντίστροφο. Είναι η με κάθε τρόπο αποφυγή ανάληψης ευθυνών, από τις πιο μικρές μέχρι τις πιο μεγάλες, με τη βοήθεια του υποτιθέμενης οργής σου, για την άτιμη ζωή και πουτάνα κοινωνία που σε έφεραν ως εδώ,και των άπειρων ψεμάτων σου, τόσο εξόφθαλμων καμιά φορά, που αναγκάζει τους άλλους να απορήσουν με το μέγεθος του θράσους σου.
Μάθε, λοιπόν, πως ο κόσμος, δεν έχει φτιαχτεί για να σου κάνει χάρες, χατίρια και να σε κρατάει χαρούμενο. Μάθε πως καμιά φορά, ίσως και να πρέπει να πάρεις το μέρος κάποιου σε μια τεταμένη κατάσταση, κι ας χάσεις τον άλλον. Δεν μπορείς να αρέσεις σε όλους. Μάθε πως όταν κάποιος μπαίνει στον κόπο να σου αφιερώσει χρόνο και ενέργεια, λέμε ευχαριστώ, δεν κάνουμε επίθεση που δεν κατάφερε το 100% αυτών που ζήτησες. Μάθε πως η ανοχή και η αντοχή μου εξαντλήθηκαν, και πως μετράω τις μέρες αντίστροφα, μέχρι της στιγμή που θα μπορέσω να ξεφύγω από την παράνοια που προσπαθείς να συντηρήσεις, κι όσο κι αν ακούγεται σκληρό, ελπίζω να με ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι.
Ίσως αυτά να σου βγουν πιο εύκολα από το να αναλάβεις κάποτε τις ευθύνες σου, και να φερθείς σαν άνθρωπος, με σεβασμό και ευγνωμοσύνη σ'αυτούς που στέκονται δίπλα σου, κρατώντας σου το χέρι και προσπαθώντας να σε καθοδηγήσουν, όποτε δεν μπορείς να φερθείς σαν ενήλικας. Ίσως, πάλι, και όχι.
Κρίμα να καταστρέφεις σχέσεις που είχαν μια σταθερή βάση και μια ομαλή και όμορφη εξέλιξη, για τον εγωισμό σου. Ειδικά όταν ο άνθρωπος που απομακρύνεις είναι κάποιος που δεν μπορεί να διαγραφεί εντελώς. Κρίμα.

Wednesday, 14 August 2013

En Oresi

Ανοίγεις ένα φάκελο και έχει μέσα εισιτήρια, δυο για το καράβι και δυο για συναυλίες, κι έτσι βρίσκεσαι, 4 μέρες μετά, να καθεσαι στο ίδιο σημείο έχοντας, όμως, διανύσει 1300 χιλιόμετρα. Στο μεταξύ έχεις ακούσει περίπου τρία δισεκατομμύρια κομμάτια από ανθρώπους που αγαπάς χωρίς να τους ξέρεις, έχεις κοιμηθεί όσο σχεδόν κοιμόσουν στις σχολικές εκδρομές, έχεις δει ζαρκάδια, πέστροφες και ζωντανοειδή και τόσο πράσινο, που μάλλον είναι περισσότερο από όσο έχεις δει σε ολόκληρη τη ζωή σου στην Κρήτη. Τέλος, έχεις διαβάσει τη βιογραφία του Άσιμου, και χωρίς να θέλω να είμαι βλάσφημη, έχεις ανακαλύψει ανησυχητικά πολλές ομοιότητες -γαμημένη ΑΝΕΚ-.

Στο Καρπενήσι, λοιπόν, πουλάκια μου, γίνεται εδώ και 3 χρόνια ένα φεστιβάλ, το En oresi -και ακριβώς έτσι στα όρη στα άγρια βουνά είναι. Πως στον πούτσο έφτασε ο καλός μου να ξέρει στα Χανιά για το τι παίζει στο Καρπενήσι με ξεπερνάει, προφανώς, αλλά όταν έχεις την ευκαιρία να δεις σε 2 μέρες Θανάση*, Μάλαμα, Πασχαλίδη και Μποφίλιου (επίσης Αγγελάκα και Χαρούλη, αλλά αυτούς εμείς δεν τους είδαμε), τα πως και τα γιατί χάνονται, μια και τα ενθουσιασμένα αυτιά σου ακούνε πλέον μόνο μουσική. Μάζεψα, έτσι, άρον άρον τα πραγματάκια μου, και το Σάββατο το βράδυ, είδαμε το Θανάση και την Μποφίλιου. 
Το ότι η κοπέλα έχει εύκολα την πιο απίστευτη φωνή από τις Ελληνίδες τραγουδίστριες, θα μπορούσε ίσως κανείς να το αμφισβητήσει -δεδομένου του ότι κι εγώ που τραγουδάω σαν καρακάξα, αν μπω σε ένα στούντιο και κόψω ράψω, και βάλω δυο εφέ, θα βγάλω ένα κάπως αξιοπρεπές αποτέλεσμα-, αλλά μόνο μέχρι τη στιγμή που θα την έβλεπε live. Παρά το κρύο και την υγρασία, παρά τα χιλιάδες ιπτάμενα μυρμήγκια, παρά το κρύωμα που έλεγε ότι είχε, είναι απλά μαγευτική, κι αν δεν με είχε αφήσει σε μια κατάσταση νιρβάνας ο κύριος που την ακολούθησε, θα έλεγα πως δεν με κάλυψε κι ότι θα θελα να την ακούω να με νανουρίζει μέχρι τη στιγμή που θα με έπαιρνε ο ύπνος.
Ο Παπακωνσταντίνου, από την άλλη, είναι απίθανος σα μουσικός, κι έχει μια αδυναμία στη φωνή, που είναι και το μόνο πράγμα που μπορούν να του καταλογίσουν όσοι δεν τον πάνε, γιατί δεν μπορούν να δουν πως ότι του λείπει σε χροιά, ή σε βάθος, ή σε ότι παπάρια χρειάζεται κάποιος για να βγει μπροστά σε κόσμο για να τραγουδήσει, το αναπληρώνει με την βαθιά αγάπη για αυτά που έχει δημιουργήσει. Ο Θανάσης, λοιπόν, το Σάββατο, το χάρηκε, και θα φαινότανε, ακόμα κι αν δε μας το έλεγε. Και, αν και πίστευα πως δεν θα ήταν δυνατόν, ανέβηκε ακόμα πιο πολύ στα μάτια αυτιά μου, μετά από εκείνο το 3ωρο ταξίδι αγίας νοσταλγίας από την Ανδρομέδα στην κοιλάδα των Τεμπών, παρέα με το Φορτίνο Σαμάνο. Και είχα εκστασιαστεί τόσο, που αν με ρωτήσεις τι έπαιξε και πότε θα σου πω απλά ότι δε θυμάμαι. Πιο πολύ σαν τριπάρισμα ήταν, παρά σαν συναυλία.
Για την επόμενη μέρα, το πρόγραμμα του φεστιβάλ, υποσχότανε το live των ονείρων μου. Σωκράτης και Μίλτος, Μίλτος και Σωκράτης, ο ένας μετά τον άλλον, ίσως και ταυτόχρονα. Και -κατά το ήμισυ τουλάχιστον- δεν απογοητεύτηκα. 
Ο Πασχαλίδης είναι ένας από τους αγαπημένους μου ανθρώπους στην ελληνική μουσική. Του έχω συγχωρήσει δυο κακούς -για τα δικά του δεδομένα- δίσκους. Τον έχω δει σε κανονικές εμφανίσεις, τον έχω δει σε κρυφο live στο σπίτι του κουμπάρου του στα Χανιά, τον έχω δει σε αυλή σχολείου στο Γαβαλοχώρι, τον έχω δει σε απλά live μόνο του, με τον Σκουλά, με το Θηβαίο, με το Λειβαδά. Η εμπειρία μου αυτή, μου έχει δώσει την ικανότητα να καταλαβαίνω πότε γουστάρει που είναι εκεί που είναι και κάνει αυτό που κάνει, και πότε ίσως θα προτιμούσε να βλέπει την ΑΕΚ ή να τραγουδάει νανουρίσματα στην κόρη του. Έτσι, όταν βλέπεις τον άνθρωπο που με τη μουσική του έχει ντύσει τελειωμένες φιλίες και φουντώνοντες έρωτες, road trips και χωρισμούς, να βαριέται ή να είναι κουρασμένος, και να μην είναι αυτό που ξέρεις ότι μπορεί να είναι, απογοητεύεσαι (και αυτό έμαθα ότι φάνηκε στη φάτσα μου). Η φωνή του δεν ήταν πάντα το χάδι που είχα συνηθίσει, έπαιξε λίγο, γιατί "κρύωνε", γενικά μέτρια πράγματα. Κι εμείς κρυώναμε, κύριε, αλλά ακούγαμε το Μάλαμα για 4 ώρες μετά τις πεθαμένες καλησπέρες σου! 
Για το Μάλαμα τώρα τι να πεις; Τον έχω δει πάμπολλες φορές κι εκείνον, και ποτέ μα ποτέ δεν είπα μέσα μου ή έξω μου, "πωπω χάσιμο χρόνου". Δε θα του κοτσάρω τα γνωστά επίθετα -διονυσιακός, ροκ, παραδοσιακός κι ότι άλλα σκατά λένε. Θα πω μόνο πως όποιος δεν τον έχει δει ζωντανά έχει χάσει μια από τις πιο δυνατές μουσικές εμπειρίες που μπορεί να προσφέρει αυτή η χώρα. Έπαιξε, όπως είχε υποσχεθεί, μέχρι να ετοιμάζονται να πέσουν τα δάχτυλά του από το κρύο, και έχω υποψίες πως μετά το πέρας του επίσημου προγράμματος, συνέχισε να τραγουδάει παρά πέρα μέχρι να βγει ο ήλιος κάπου ανάμεσα στις σκηνές (αν όντως ισχύει και το ξέρει κάποιος ας το επιβεβαιώσει, να μου 'ρθει η κατραπακιά τώρα που είμαι ακόμα ζεστή), μια και το Καρπενήσι μάλλον δεν πρόσφερε κάποιο μπαρ που να ξενυχτάει για να πιει κανέναένα "απεριτίφ" .

Κάπως έτσι, οι φετινές μου διακοπές δεν περιελάμβαναν μαγιώ, τυρκουάζ παραλίες και μαργαρίτες, κι ήταν στην ουσία μια ρινορραγική groupie αϋπνία απλωμένη στη μισή χώρα, μέσα σε σκηνές, πλοία και αυτοκίνητα, που, όμως, στην τελική, ίσως να με κάλυψε και να με χαλάρωσε περισσότερο.

Καληνύχτα πουλάκια ;)


*όποιος αναρωτιέται "ποιος Θανάσης" μπορεί να σταματήσει την ανάγνωση και να αποχωρήσει τώρα.

Saturday, 3 August 2013

Εκλεκτική αλαλία

Περπατούσα σήμερα στο σπίτι και, καθώς δε μιλάω με πολύ κόσμο εκεί μέσα αυτές τις μέρες, είπα να σας διηγηθώ μια ιστορία σχετική με την ερώτηση "καλά, πόσο καιρό νομίζεις ότι θα μπορείς να μη μου μιλάς;". Την ιστορία της πρώτης μου "σχέσης".

Μπαίνοντας στο γυμνάσιο και μεγαλώνοντας, ξεπέρασα το Γιώργο, το δεύτερο παιδικό μου έρωτα, με τον οποίο οι τότε κολλητές μου ήταν σίγουρες ότι θα παντρευόμουν, κι έτσι μάλλον ερωτεύτηκα σε φάση ψεκάστε-σκουπίστε τον πρώτο άνθρωπο που βρέθηκε στο δρόμο μου. 
Ο Μάνος ήταν ο πρώτος εφηβικός μου έρωτας, κάπου εκεί στη δευτέρα γυμνασίου. Ασχημούλης, μπούλης, με σούπερ ζαβά δόντια - που ποτέ δεν έφτιαξε αν θυμάμαι καλά -, γιος του καθηγητή ενός από τα δευτερεύοντα μαθήματα -πράγμα που μετά που βγήκε σε καλό, μια και ήθελα να εντυπωσιάσω τον "πεθερό"-. Τα βήματά του έχουν χαθεί πια, αυτός ο έρωτας τον σημάδεψε ΤΟΣΟ.
Μια και είχα μοιραστεί συνωμοτικά με όλο το γυναικείο πληθυσμό της τάξης ότι "ήμουν ερωτευμένη" και είχα γεμίσει με "Μ" το σύμπαν, δεν ήταν δύσκολο να το πάρει μυρωδιά και ο αρσενικός. Τώρα ή διέθετα ήδη από τότε το ταλέντο να ρίχνω το αρσενικό της επιλογής μου (επιμονή πες το για είσαι μέσα), ή για κάποιο εντελώς μαλάκα λόγο, το σύμπαν απεφάσισε να ψηθεί ο μικρός φλώρος. Το Β2 είχε γίνει παρανάλωμα από τις φλόγες του πάθους μας. Βαθιά βλέμματα πάνω από το βιβλίο της ιστορίας, βαθιά βλέμματα πάνω από το τετράδιο της οικιακής οικονομίας, βαθιά βλέμματα πάνω από το μπλοκ των καλλιτεχνικών και, για να μην τα πολυλογώ, βικτωριανό ρομάντζο ολκής, τόσο πρόστυχα πράγματα. 
Σε ένα πάρτυ γενεθλίων, απελπισμένος ο λαός, μας κλείδωσε μόνους σε ένα δωμάτιο για να τα φτιάξουμε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ (αυτό άραγε έπαιζε και αλλού ή μόνο στο δικό μας μπουρδελάκι;). Μετά από πολλή ώρα χωρίς κουβέντα και με κλεφτές και τίγκα χεσοβράκικες ματιές, με κοιτάει σαν άντρας αποφασισμένος κι έτοιμος για όλα γυρνάει και μου λέει: "Ε θες τελικά;". Έλιωσα η κορασίς από την τεστοστερόνη και δέχτηκα. Μας ξεκλείδωσαν. Εκείνο το βράδυ χορέψαμε μπλουζ, κανένα "i dont wanna miss a thing" που ήταν ακόμα της μόδας, φαντάζομαι, αποχαιρετιστήκαμε εγκάρδια και πήγε ο καθένας σπίτι του.
Εκεί, λοιπόν, αρχίζει το κομμάτι που μου θύμισε την κατάσταση στο σπίτι μου. Από δευτέρα ο Μάνος, μουγκοθόδωρος. Κομμένη η καλημέρα, κομμένα τα βαθιά βλέμματα, κομμένα τα πάντα. Εκτός από τα μπλουζ στα πάρτυ. Και τα δώρα τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Και κάνα δυο Baileys (το γιατί και πως έπινα αυτήν την πηχτή αηδία με ξεπερνάει) που μου είχε πληρώσει. Σε πρώτη φάση αναρωτιόμουν σαν κλασική εκκολαπτόμενη ενοχική τι είχα κάνει λάθος. Θύμωσα, δεν του μιλούσα ΕΓΩ, μου πέρασε. Μαλακίες ντρεπόμουνα κιόλας σαν τον πούστη. Στη γιορτή του που τον πήρα τηλέφωνο για χρόνια πολλά, το κλείσαμε άρον άρον γιατί έπεφταν άδικα οι μονάδες (παλιά τα αστικά τα πληρώναμε φρίκη).
Ο τραγικός χωρισμός μας επήλθε τη μέρα που η Μάρθα κινήθηκε αποφασιστικά προς το μέρος μου την ώρα της γυμναστικής, ανακοινώνοντάς μου ότι ο Μάνος είχε αποφασίσει πως χωρίζουμε. ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΑ. Σοκαρίστηκα και γέλασα όσο ποτέ πριν (ίσως λιγότερο από όσο γελάω τώρα, ενώ το γράφω).
Με το Μάνο ήμασταν μαζί για άλλα 4 χρόνια στο ίδιο τμήμα. Σε αυτά τα 4 χρόνια, η μόνη στιχομυθία ανάμεσα μας κουβέντα μας αποτελούνταν από ένα "κούνα μην είσαι φλώρος" που του πέταξα σε κάποια φάση στην τρίτη Λυκείου που είχα μπει στην τάξη να πάρω το απουσιολόγιο φεύγοντας για ομαδική κοπάνα και τον βρήκα μέσα. 

Δεν είναι να αναρωτιέται κανείς που πάντα κάτι είναι ζαβό στις σχέσεις μου. Ήτανε ζαβό το κλήμα.. 

Wednesday, 24 July 2013

Έρχεται κάποια μέρα, που το μαλλιαρό, αυθάδικο και φωνακλάδικο κουτάβι που ένα κρύο απόγευμα αποφάσισε ότι θα είσαι το αφεντικό του -κι όχι το ανάποδο- εμφανίζει ένα σάρκωμα, σε σημείο που δε μπορεί να αφαιρεθεί. Και που ακόμα κι αν κάποιος κτηνίατρος αναλάβει να προσπαθήσει, υπάρχει ο κίνδυνος να μην ξυπνήσει ποτέ από τη νάρκωση, γιατί, όπως και να το κάνεις, τα 13 του χρόνια τον καθιστούν ασθενή υψηλού κινδύνου. Έτσι, όταν έχεις να αποφασίσεις ανάμεσα στο να χάσεις το σκυλί- μικρό και καθυστερημένο παιδί (ή αδερφάκι) σου, επιλέγεις προφανώς το να το αφήσεις μέχρι να μην πηγαίνει άλλο. Δυο χρόνια σχεδόν μετά, κι ένα χρόνο ήδη καθυστερημένα, το σκυλί φτάνει σε σημείο να μην μπορεί να φάει, να κατουρήσει, να αναπνεύσει καλά, κι όμως, επειδή η φύση του ανθρώπου είναι απίστευτα εγωιστική, το κρατάς ζωντανό με αντιβιώσεις και αντιφλεγμονώδη και αντισηπτικά, μέχρι που κάποια μέρα συνειδητοποιείς -σχεδόν- τι κάνεις, και αποφασίζεις να κάνεις αυτό που έπρεπε να έχει γίνει από καιρό. Όχι μια, αλλά πέντε - έξι - δέκα φορές. Μέχρι που κάποια στιγμή, το παίρνεις -σχεδόν- απόφαση. Κλαίγοντας φτάνεις στο κτηνιατρείο (κάποιοι άλλοι εκφράζουν τον πόνο τους με φωνές, άλλοι τρώγοντας, άλλοι κάνοντας απεγνωσμένο σεξ, δεν έχει σημασία ο τρόπος), και ότι είναι να γίνει γίνεται. Κάνεις ό,τι είναι να κάνεις με το σώμα* και γυρίζεις σπίτι. Μαζεύεις τα πράγματά του, άλλα τα δίνεις, άλλα τα πετάς, άλλα τα κρύβεις για να μπορείς να τα αντιμετωπίσεις με αγάπη και νοσταλγία, όταν ο πόνος θα είναι λιγότερος. Όμως έρχεται η στιγμή που χτυπάει η πόρτα, και το επί 15 χρόνια αυτονόητο γάβγισμα δεν έρχεται. Κάθεσαι να φας, και κανείς δε σε κοιτάει σαν να είναι νηστικός τα τελευταία 3 χρόνια. Κανείς δεν ανεβοκατεβαίνει στο κρεβάτι και στους καναπέδες κάνοντας σαν χαλασμένη καφετιέρα, και μπορείς να περπατήσεις στα σκοτεινά, χωρίς να φοβάσαι πως η ζωντανή τρικλοποδιά περιμένει σατανικά απλωμένη φαρδιά πλατιά στη μέση του διαδρόμου, για να εκβιάσει τη λύπηση και το επακόλουθο τάισμα από τη μεριά σου. Το φαγητό που λείπει από το ψυγείο το έχεις φάει εσύ, και δεν μπορείς να τα ρίξεις με ανθρωπομορφικές κατηγορίες στο σκυλί, και οι πόρτες μένουν κλειστές, μια και κανείς δεν τις σπρώχνει με το κεφάλι του και δεν τις ξύνει για να ανοίξουν. Σκέφτεσαι μήπως θα μπορούσες να είχες κλέψει λίγο χρόνο ακόμα, όμως το λογικό κομμάτι του εαυτού σου ξέρει, πως είχες ήδη περισσότερο από όσο ήταν καλό για το ζώο. Προσπαθείς, λοιπόν, να προσαρμοστείς στην ιδέα, πως από σήμερα, το σπίτι σου θα είναι ένα σπίτι όπως όλα τα άλλα: χωρίς γαβγίσματα, χωρίς ψίχουλα στο πάτωμα, χωρίς μπεζ φουντίτσες κρυμμένες στη γωνία για να παίξετε κυνηγητό, κάθε φορά που σκουπίζεις.

* Η ταφή, σα λογική και σαν έθιμο, στο κεφάλι μου δεν είναι τίποτα πέρα από ένα απαρχαιωμένο και σαδιστικό έθιμο, που, όχι δε δείχνει σεβασμό στο νεκρό -άνθρωπο, ζώο, δεν έχει την παραμικρή σημασία-, γιατί ο σεβασμός σου φαίνεται από τον τρόπο που θα τον θυμάσαι, κι όχι από το τι θα κάνεις ένα μολυσματικό και αηδιαστικό άψυχο σώμα, κι από την προθυμία να πηγαίνεις λουλούδια και παπάδες για μνημόσυνα σε έναν τάφο. Όσο και ψυχρό και αναίσθητο κι αν φαίνεται στον πολύ κόσμο, θα προτιμούσα χίλιες φορές το πτώμα μου να καεί ή να πεταχτεί στα σκουπίδια, από το να υποβάλλω στο μαρτύριο που συνεπάγεται η όλη διαδικασία τους ζωντανούς, που σε αντίθεση με μένα, έχουν ακόμα την ικανότητα να υποφέρουν.

Thursday, 11 July 2013

Κεκτημένη ταχύτητα..;

Δεν μπορώ να ηρεμήσω. Δεν φτάνει το αλκοόλ. Δεν φτάνει η ηρεμία. Δε φτάνει η μουσική. Κι ο ύπνος... δεν έρχεται αρκετά νωρίς, και δεν φεύγει όσο αργά θα ήθελα.
Γαμώ το μυαλό μου, όμως.. Η εξεταστική τελείωσε, και πήγε καλά. Το ξέρω κι ας μην έχουν βγει όλα τα μαθήματα. Λες το Σεπτέμβρη να γίνει η καλή και να ξεμπερδέψω; Πληρώθηκα μετά από δυο μήνες. Τα καθήκοντά μου σαν dog sitter ολοκληρώθηκαν με επιτυχία, και εγώ και το σκυλί είμαστε ζωντανοί, αυτός δεν έπαθε κατάθλιψη κι οι μελανιές και οι ουλές μου δεν είναι μόνιμες. Οι ξενιτεμένοι γύρισαν από τη Ρώμη, το αεροπλάνο της Ryanair όχι μόνο δεν έπεσε, έκανε και καλή προσγείωση. Αποχαιρέτισα τον άλλον που έφευγε πάλι για Καναδά. Θα 'πρεπε λίγη από τη φόρα, την ένταση και το άγχος των ημερών να έχει φύγει.
Μένουν κι άλλες εκκρεμότητες. Πάντα έτσι δεν είναι; Κάνω τη λίστα. Οι γάμοι. Χέστηκες, στη χειρότερη δεν πας, δε θα πάθεις κατάθλιψη που δε σου βγαίνει ο λογαριασμός για ρούχα και παπούτσια. Δεν είναι καν δικοί σου οι προς κρέμασμα. Δουλειά θα βρεις. Στείλε δυο βιογραφικά ακόμα, δεν έχεις σπαμάρει όλο το σύμπαν. ΑΚΟΜΑ. Η εξάτμιση. Ντάαααξει ρε παιδί μου, και τι πως κάνει σαν να έβαλαν τρένο στα Χανιά; Θα το πάει ο πατήρ στο συνεργείο το αμάξι! Όταν ένας άντρας είπε ότι θα κάνει κάτι, θα το κάνει, δε χρειάζεται να του το λες κάθε έξι μήνες! Η εξεταστική του Σεπτέμβρη. You've got it in the bag λέμε, μην αγχώνεσαι μωρή. Οι άνθρωποι κι οι σχέσεις τους αλλάζουν, χωνεψέ το! Για δυο βδομάδες θα είσαι μια καλή νοικοκυρά, δούλα και κυρά. Το έχεις ξανακάνει, τι σκάς; Και προφανώς και κυρίως, το σκυλί... το σκυλί είναι μεγάλο. Αντί να λες ευχαριστώ για τα 15 χρόνια που σου έπρηζε με αγάπη και χαριτωμενιά τα παπάρια, σκέφτεσαι πως θα παρθεί η απόφαση για την ευθανασία. Εσύ δεν ήσουν πάντα η πιο σκληρή, η πιο ψύχραιμη του σπιτιού;
Είπα ότι κάπως έτσι δεν έχω όρεξη για διακοπές (πέρα από τα γαμωλεφτά, προφανώς); Είπα ότι κάπως έτσι το αλκοόλ δεν είναι ποτέ αρκετό για να ξεχάσω όσα με κυνηγάνε; Είπα ότι κάπως έτσι μου κόβεται η ανάσα καμιά φορά, και βλέπω τον κόσμο να με προσπερνάει με ταχύτητες που δε μπορώ με τίποτα να προλάβω;




Friday, 5 July 2013

Είμαι μαλάκω. Το ξέρω, το ξέρεις, όποιος με έχει γνωρίσει ποτέ, έχει μια υποψία, αν όχι τη βεβαιότητα. Περνάω άπειρο καιρό κλεισμένη στο σπίτι και στον κόσμο μου, κι αυτό ενοχλεί τους εκτός. Δε σηκώνω το τηλέφωνο, ούτε για να πάρω, και συχνά, ούτε κι όταν με παίρνουν. Σκέψου ότι έχω εξαφανιστεί μέχρι κι από δω, που υποτίθεται πως είναι το μέρος που αδείαζω τα σκατά που έχω στο κεφάλι μου. Παρ'όλα αυτά, οι άνθρωποι που με ξέρουν, και που μ'αγαπάνε, το κάνουν επειδή για κάθε ένα από τα μαλακισμένα μου, έχω ένα αντίστοιχα απίθανα καλό χαρακτηριστικό, για να το εξισορροπώ ("είσαι πολύ εγωίστρια και πολύ δοτική, ταυτόχρονα" μου είπαν πρόσφατα, για παράδειγμα). Και δε λέω πως για ό,τι και να πάει στραβά δε φταίω, αλλά σε όλα φταίνε κι οι δυο. Γι αυτό το ξαναλέω: είμαι μαλάκω.  Να το θυμάσαι. 

Wednesday, 1 May 2013

Δαρβινισμοί και Αλπινισμοί

Μας έλεγαν παλιά, μικρή μου, πως στη φύση επιβιώνει ο πιο δυνατός, όμως μας τα λέγανε λάθος, πολύ πιο απλοϊκά από όσο θα μας έκανε καλό μεγαλώνοντας. Στη φύση, επιβιώνει ο πιο ανθεκτικός, ο πιο ευέλικτος, αυτός που είναι διατεθειμένος και, φυσικά, μπορεί να προσαρμοστεί πιο αποτελεσματικά. Στα πλαίσια της αλλαγής που θα σε βοηθήσει στην προσαρμογή σου στο περιβάλλον, εξελίσσεσαι. 
Στις ανθρώπινες σχέσεις, που δεν έχεις τον απαιτούμενο χρόνο να βγάλεις ένα ακόμα χέρι, ή να αφήσεις τα αυτιά σου να πέσουν, κάνεις αυτό που πολύς κόσμος αποκαλεί υποτιμητικά συμβιβασμούς (γνωστός τενίστας, μάλιστα, είχε βγάλει βραχιολάκια με το σχετικό μότο). Αφήνεις κάποια πράγματα στην άκρη, προσδοκώντας να εξισορροπηθεί η κατάσταση από το κέρδος που θα προκύψει από την ενέργεια ή το χρόνο ή τα συναισθήματα που δεν ξόδεψες. 
Έτσι, λοιπόν, είναι άσχημο να χρησιμοποιείς τον όρο "συμβιβασμός", χαμηλώνοντας τη φωνή και τα μάτια με αποστροφή και ντροπή. Δείχνει στενομυαλιά κι εκείνη τη λανθασμένη αίσθηση ανωτερότητας που σου έχουν γαλουχήσει οι απόλυτα συμβιβασμένοι με τα πράγματα και το "¨σύστημα", λόγω ηλικίας και καταστάσεων και νοοτροπίας, γονείς σου, που, για να είμαστε δίκαιοι, κι αυτοί κάπως έτσι την απέκτησαν. Δείχνει ότι δε μπορείς να καταλάβεις πως είναι λάθος, ανώριμο και εντελώς ψεύτικο το να γραπώνεσαι από τα όνειρα και τα σχέδια που έκανες στα 16 ή τα 18 σου μέσα από το ροζ συννεφάκι στο οποίο έχεις ανατραφεί, έχοντας ζήσει τίποτα, και κάτω από το πρίσμα της ονειροπόλησης του ιδανικού που έχουν όλοι όσοι δεν έχουν αντιμετωπίσει την πραγματική ζωή και τις αναποδιές που αυτή μπορεί να περιλαμβάνει. Ίσα ίσα, το να αναδιαμορφώνεις τα σχέδιά σου, να κερδίζεις κάτι, όσο μικρό κι αν είναι αυτό, από κάθε καλή ή κακή εμπειρία, το να μη ζεις στο παρελθόν, σε κάνουν, όσο περνάει ο καιρός, λίγο πιο σοφό, και σημαντικά πιο χαρούμενο. 
Και μην νομίζεις ότι σε κρίνω, ή ότι εγώ είμαι καλύτερη από σένα. Ζω τόσο πολύ μέσα στο κεφάλι μου και δυσκολεύομαι τόσο πολύ να αφήσω το μέλλον που πίστευα ότι μου άξιζε, και πλέον διαφέρει παρασάγγας από το παρελθόν που έχω πίσω μου, που είμαι ένας βαθύτατα δυστυχισμένος και ανασφαλής άνθρωπος. Μάλλον, τυχαίνει να είμαι πιο προσαρμοστική, ή -περιέργως- να γίνομαι με τον καιρό πιο διαλλακτική. (αυτό που εσύ λες με αηδία "συμβιβάζεσαι, κι εγώ ποτέ δε θα κάνω κάτι τέτοιο στον εαυτό μου").
Δικαίως θα μου πεις "ποιά είσαι εσύ που θα με κρίνεις;", κι εγώ θα προσπαθήσω, ξανά, και θα αποτύχω, ξανά, να σου εξηγήσω πως απλά εκφράζω το παράπονό μου, και στην τελική θα τα παρατήσω, και θα κλειδώσω το στόμα μου για άλλα 100 χρόνια. Ξέρω πως το να προσπαθείς να ανοίξεις σήραγγα στο βουνό με ένα πλαστικό κουταλάκι του γλυκού δεν πιάνει. Το βουνό στέκει αγέρωχο και υπερφίαλο, περιγελώντας σε σιωπηλά, και το χλευαστικό χαμόγελό του δείχνει πως ξεχνάει τους ανέμους και τις βροχές και τους σεισμούς που μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, το τρώνε. Κάνει σαν να μη θυμάται τις ιστορίες για κείνα τα παλιά βουνά που τώρα είναι το γόνιμο χώμα στις πράσινες πεδιάδες που απλώνονται στα πόδια του. Κι ίσως, να μην τις άκουσε ποτέ... 

Saturday, 6 April 2013

Αυτή η άνοιξη καθόλου δε μ'αγγίζει...

Έχω την αίσθηση πως φέτος, ο κόσμος είναι περισσότερο από ποτέ ένα άσχημο, μίζερο και τρομακτικό μέρος. Άλλες χρονιές, τέτοια εποχή, καθώς οι μέρες μεγάλωναν, ένιωθα πως όλα με ένα μαγικό τρόπο θα πάνε καλά, τώρα κάθε λεπτό που αργεί να σκοτεινιάσει, για κάποιο λόγο νιώθω πως απλά κάνει τα πράγματα γύρω μου να μαυρίζουν όλο και πιο πολύ. Είναι οι αλλαγές, το ξέρω. Και δεν είναι καν τίποτα τεράστιες, κάτι μικρές είναι, που, όμως, λίγο από δω, λίγο απο κει, με τον καιρό καταφέρνουν να γαμάνε το σύμπαν σε βαθμό που να μην είμαι σίγουρη πια αν παλιά ήταν όλα κάπως αλλιώς. Αυτή είναι η αηδία της ομαλής μετάβασης. Χάνεις το σοκ που σε ξυπνάει. Το χειρότερο είναι πως δεν αλλαζει μόνο το κλίμα, ούτε ξαφνικά εξαφανίζονται τα λεφτά, αυτά τα παλεύεις με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Αλλάζουν και εξαφανίζονται οι άνθρωποι. Αυτοί που πίστευες ότι θα βασιζόσουν πάνω τους, κι αυτοί πάνω σε σένα. Κι έτσι σιγά σιγά αραιώνει η δομή του κόσμου σου, κι αρχίζουν να γλιστράνε πράγματα, μέσα από τα χέρια, μέσα από τις ενώσεις του εγκεφάλου: αναμνήσεις, εικόνες, μουσικές, ιδέες, φιλοδοξίες, συναισθήματα, σε σημείο που να φτανεις να αναρωτιέσαι αν είσαι πια εσυ, ή αν πάντα ήσουν "αυτό"..

Friday, 15 February 2013

here's to not being an adult!!

(Ξέρω ότι θα σκάσουν τόνοι hate mail, αλλα... χμ! δεν πειράζει, πάμε:)

Ο λόγος που έψαχνα δουλειά ήταν όχι ότι δεν είχα να φάω, αλλά ότι ήθελα να βγαίνω πιο πολύ, να κάνω ψώνια και να πάω και κανένα ταξίδι, μια και έχω σαπίσει στο μεγαλονήσι. Ήθελα, εν ολίγοις, μια λίγο καλύτερη ποιότητα ζωής, να περνάω καλά ρε παιδί μου.

Όταν, λοιπόν, βρίσκοντας δουλειά, το μόνο που κατάφερα ήταν να κλαίω δυο φορές τη μέρα (μια πριν να πάω και μια γυρίζοντας), επειδή δεν άντεχα την ψυχολογική βία* που μου ασκούνταν καθημερινά, γκρίνιαζα όλη μέρα, ήμουν κουρασμένη, όχι από την αυπνία, αλλά από το ψυχολογικό βάρος, και δεν είχα όρεξη για τίποτα, η ποιότητα ζωής μου, όχι μόνο δεν είχε βελτιωθεί, αλλά είχε υποβαθμιστεί σημαντικά, και έμπαινε σε κίνδυνο και η υγεία μου (μια και σαν κλασικό μαλακισμένο, το στομάχι μου δε δεχότανε φαγητό, επειδή δεν ήμουνα καλά).

Έτσι, δεδομένων των παραπάνω, έσωσα εμένα από την τυρρανία, αυτούς από μια κακή υπάλληλο, και κάποιον άλλον, που ενδεχομένως το έχει περισσότερη ανάγκη, από την ανεργία, κι έτσι νομίζω ότι έστω σε έναν απειροελάχιστο βαθμό, έδειξα μια κάποια υπευθυνότητα. Κι όχι ότι είμαι υπεράνω χρημάτων, τα θέλω, και μάλιστα πολύ, κι ειδικά τώρα που υποψιάζομαι ότι ψοφήσει για πάντα το κινητό μου, και αναγκαστώ να επιστρέψω στο 3310 που έχω κρυμμένο σε κάποιο συρτάρι. Αλλά συνειδητοποιώ, περισσότερο από ποτέ, (όσο κακομαθημένη και ίσως προκλητική κι αν είναι σα νοοτροπία αυτή σε μια εποχή πολύς κόσμος πεινάει) ότι τα λεφτά δεν αξίζουν τόσο, ώστε να καταβάλλεις τόσο πολύ τον εαυτό σου, εκτός και αν τα έχεις απίστευτα πολύ ανάγκη -γιατί εκεί πήγα με τη λογική ότι απλά θα παίρνω λεφτά και μια προϋπηρεσία σε μια δουλειά χωρίς νόημα και προοπτική και σημασία.

Από σήμερα, λοιπόν, μπορείτε να φωνάζετε Μαρία Αντουαννέτα, αλλά στην τελική, από όλη αυτή την ιστορία έφυγα πιο χαρούμενη και σίγουρα πιο σοφή, άρα εκ του αποτελέσματος, θεωρώ ότι βγήκα κερδισμένη.

*η χειρότερη ψυχολογική βία δεν είναι να ξυπνήσει μια μέρα το αφεντικό σου και να σε τρέχει επειδή του καύλωσε να σου κάνει καψόνια, αλλά να σου συμπεριφέρεται σα σκουλήκι επειδή νομίζει ότι το γεγονός ότι έχει το δικαίωμα να ασκεί μια κάποια εξουσία πάνω σου λόγω, όχι τόσο ιεραρχίας, άλλα δικής σου ανάγκης. και στην τελική, ο μόνος λόγος που αυτός είναι αφεντικό κι όχι εσύ, μπορεί να είναι ότι οι γονείς του είχαν λεφτά και έτσι είχε την πολυτέλεια να ξεκινήσει να δουλεύει σαν αφεντικό, ή ότι στάθηκε τυχερός. και αν το έχει ο άλλος μέσα του να είναι αρχίδι, είναι αρχίδι, τέλος. ο σεβασμός ή υπάρχει ή δεν υπάρχει στον πυρήνα του κάθε ατόμου.

Wednesday, 13 February 2013

welcome to adulthood, child

Ύπνος από τις 12, και μυαλό σούπα που ρέει σταγόνα σταγόνα από τα αυτιά σου μετά από το 8ωρο στον υπολογιστή, με τη φωνή από πίσω σου να διορθώνει τα σωστά και να γαυγίζει μόνο ασαφείς εντολές και σαφέστατες αποδοκιμασίες; Νύστα όλη μέρα και ατέλειωτες αντίστροφες μετρήσεις για το απόγευμα της Παρασκευής, μέχρι να ξεκινήσει η θλιβερή, αυτή τη φορά, αντίστροφη μέτρηση για το βράδυ της Κυριακής, και πάλι από την αρχή; Iq που δοκιμάζεται, αμφισβητείται και τελικά μειώνεται λεπτό το λεπτό;

Καλώς ήρθες, παιδί μου, στην πραγματικότητα. Να λες κι ευχαριστώ που έχεις δουλειά, ακούς; 

Saturday, 2 February 2013

Κλισεδούρες

Ο παγκόσμιος κινηματογράφος είναι γεμάτος με κλισέ σκηνές που περνάνε στο σύστημά σου τόσο βαθιά, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να σου βγει υποσυνείδητα να τις αναπαράγεις. Ακόμα χειρότερα, υπάρχουν φορές που δεν γίνεται χωρίς να καταλαβαίνεις τι κάνεις, αλλά αντιθέτως, έχεις στήσει το σκηνικό με τρόπο τέτοιο, που να σου επιτρέπει να νιώσεις κι σταρ του κινηματογράφου, κι ας μην είσαι ο Ryan Gosling ή η Amanda Seyfried. Δεδομένου του ότι έχω δει αρκετές ταινίες, κι έχω βρει τα στανταράκια, μπορώ πλέον να τα εντοπίσω με τόσο μεγάλη ευκολία, που σκέφτομαι να αφήσω το Πολυτεχνείο και να γίνω κριτικός κινηματογράφου, με ειδικότητα στην αναζήτηση των ανελέητων επαναλήψεων σκηνών, ώστε να βλέπω ταινίες όλη μέρα και να παίρνω λεφτά γιαυτό, αλλά και να μπορώ να αμολάω το δηλητήριό μου και να μη μπορεί να μου πει κανείς τίποτα, μια και θα είναι η δουλειά μου.

Όταν, λοιπόν, εκεί που ίσα ίσα έχω  ξεκινήσει να πίνω το ποτό μου, σε τεταμένο μεν, αλλά όχι τόσο τραγικό κλίμα, και ο άλλος σηκώνεται, μου πετάει ένα δεκάευρο στη μάπα και φεύγει, οι σκέψεις που περνάνε από το μυαλό μου είναι με χρονική σειρά:

1. ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ! Το έζησα κι αυτό!
2. Αφού δε μου πέταξε το ποτό στη μάπα να μου γαμήσει τους φακούς, καλά είμαι
3. Τι σκατά; κανείς δεν πήρε χαμπάρι τι έπαιξε;
4. Θα τελειώσω και το δικό μου και το δικό του, θα την πέσω στον κόσμο δεξιά και αριστερά και θα πάω για ύπνο. Φτου, χάλια είναι όλοι. Τέλος τα gay friendly μπαράκια.
5. Μου άφησε λεφτά και έφυγε;  Θα του βάλω το δεκάευρο στον κώλο του μαλάκα. 
6. Πού είναι η τσάντα μου, γαμώ το κέρατό μου;
7. ΧΑΧΑΧΑΧΑ στις ταινίες έτσι σκέφτονται ή εγώ έχω χαζέψει;

Αφού έχω πληρώσει χαμογελώντας την έκπληκτη σερβιτόρα, παίρνω τον *κύριο* από πίσω -όχι τρέχοντας, μη μας πει ότι τον παρακαλάμε κιόλας!- βρίζοντας τον εαυτό μου που το έκανε, μια και ήξερα πως η σωστή αντιμετώπιση ήταν αυτή που μου είχε έρθει σε πρώτη φάση. Η κινηματογραφική παράνοια συνεχίζεται με καυγά από τη μεριά του σε άδεια πλατεία και εμένα να λέω ότι δεν είμαι σε θέση και φάση να αντέξω τέτοιες ιστορίες.

Κάπου εκεί, συνειδητοποιώντας πως ζω σε ταινία που το Rotten Tomatoes θα καταδίκαζε σε θάνατο, αποφάσισα να δώσω τέλος στον καυγά, για το καλό του παγκόσμιου κινηματογράφου, και της ψυχικής μου υγείας. 
Άντε και με Oscar!

Saturday, 19 January 2013

Ανορθογραφίες

Είναι γνωστό πως είμαι περίεργος άνθρωπος, και πως αν κολλήσει κάπου το μυαλό μου, δεν ξεκολλάει, αν δεν εκφράσω αυτό που με βασανίζει. Επειδή, λοιπόν, αν πιάσω τώρα την κουβέντα, την πάτησα, γιατί θα αναγκαστώ να κουνήσω το λευκό μου μυξομάντηλο στο διάβασμά μου για σήμερα, και δεν θα ήτο φρόνιμο, θα εκφράσω τη δυσαρέσκειά μου χωρίς πολλά πολλά, εδώ.

Υπάρχει, λοιπόν, στη χώρα μας, ένας -για κάποιο ανεξήτητο λόγο- αξιοσέβαστος εκδοτικός οίκος, με εξειδίκευση στα επιστημονικά βιβλία (όπως αυτά που μας βάζουν να διαβάζουμε με το ζόρι στη σχολή, για παράδειγμα), που ενώ χρεώνει τα προϊόντα του από 25 έως 70 €, δεν κάνει τον κόπο να ασχοληθεί αρκετά ώστε:

  • να μην περιέχουν ορθογραφικά λάθη
  • να βρίσκεται το σχήμα 2.6 που αναφέρεται στη σελίδα 30 σ'αυτήν, ή στην 31 ρε παιδί μου, κι όχι 2-3 σελίδες παρακάτω για να ψάχνεσαι
  • να μην υπάρχουν σελίδες 2 φορές
  • να είναι κομμένες οι σελίδες σωστά και όχι όπως να 'ναι.
  • Το άλλο τους σταθερό πρόβλημα, είναι τα τριτόκλιτα, που είναι σταθερά ΛΑΘΟΣ. Σε περίπτωση που κάποιος δεν ξέρει τί είναι και πως κλίνονται, ακολουθεί παράδειγμα. ΜΑΘΕ:

ΕΝΙΚΟΣ

ο αδαής               η αδαής               το αδαές
του αδαούς         της αδαούς          του αδαούς
τον αδαή             την αδαή              το αδαές
- αδαή                - αδαή                   - αδαές


ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ

οι αδαείς               οι αδαεις               τα αδαή
των αδαών            των αδαών            των αδαών
τους αδαείς           τις αδαείς             τα αδαή
- αδαείς                 - αδαείς                - αδαή

(αν είσαι άντρας δε -για κάποιο λόγο αυτοί αρνούνται πεισματικά να τα χρησιμοποιήσουν σωστά- να ξέρεις ότι είναι τεράστιο turn-off για τις γυναίκες το να λες "της αδαής").
Και οκ, μας είπαν κάποτε πως αν ξέρουμε να λύνουμε διπλό ολοκλήρωμα, δεν πειράζει άμα δεν γράφουμε σωστά το όνομά μας, αλλά ΕΛΕΟΣ υποτίθεται πως πριν πάει ένα βιβλίο στο τυπογραφείο, αυτά έχουν ελεγχθεί. Πληρώνουν κόσμο γιαυτές τις δουλειές!
  
Τώρα που τα 'βγαλα από μέσα μου, πάω να συνεχίσω. ΑΝΤΙΟ.

Tuesday, 1 January 2013

Ποδαρικό


Μην τα βλέπεις χαμογελαστά και λες "α τι όμορφη παρέα!". Αν κοιτάξεις πιο προσεκτικά, το γκρί έχει σατανικό χαμόγελο και το κόκκινο (το δικό μου) υπομένει στωικά τον πόνο που προέκυψε από το τρακάρισμα. Γιατί, όχι αγαπητέ μου αναγνώστα, δεν είναι δίπλα δίπλα, είναι ένα συσσωμάτωμα, που λέγαμε κάποτε στη φυσική. Το πιο random και άκυρο σκηνικό; Μάλλον.

Κατέβαινα τραγουδώντας υπό καταρρακτώδη βροχή προς το σπίτι μου από εκεί που γιορτάζαμε χτες την άφιξη του νέου έτους, και σκεφτόμουνα από μέσα μου τί καλά που είχα πάρει το αυτοκίνητο της μάνας μου, που όπως και να το κάνεις είναι λιγότερο λεπτεπίλεπτο από το δικό μου, και πιο ταιριαστό σε κακουχίες, όταν μπαίνοντας στο στενό μας, παίρνω χαμπάρι ότι στη μέση του δρόμου είναι ένα αυτοκίνητο σταματημένο. Για να παραλάβει ή να αφήσει κάποιον, σκέφτηκα. Πλησιάζοντας ακόμα περισσότερο, συνειδητοποιώ ότι είναι ένα γκρι 107 δίπλα στο κόκκινο δικό και χαμογελάω, γιατί τα αγαπάω όλα (εκτός από αυτό το κακιασμένο πλέον) και όταν μπορώ να το παρκάρω δίπλα σε άλλο ένα για να ανέβει το επίπεδο της χαριτωμενιάς, το κάνω. Περνώντας δίπλα του, παίρνω χαμπάρι τι παίζει. Δεν ήταν παρκαρισμένο δίπλα στο αυτοκινητό μου, ήταν στουκαρισμένο πάνω του. Ευχόμενη καλή χρονιά στον εαυτό μου, παρκάρω και κατεβαίνω κάτω, για να συνειδητοποιήσω πως το αυτοκίνητο ήταν παρατημένο εκεί, ξεκλείδωτο, με το κλειδί στη μηχανή. Ήταν εκεί ολόκληρη τη νύχτα σχεδόν. Είχε και ένα μπουκάλι ουίσκι μέσα.

Ντρέπομαι να ομολογήσω πως πρώτα πήρα τη μαμά μου και μετά την τροχαία. Ντρέπομαι να ομολογήσω πως παρά το γεγονός ότι ξενέρωσα άπειρα, το έβρισκα τόσο ελεεινά αστείο που με είχε πιάσει νευρικό γέλιο. Ντρέπομαι να ομολογήσω πως θέλω, όταν επιτέλους καταφέρουμε να έρθουμε σε επαφή με τον ιδιοκτήτη να το βάλω κάτω και να τον αρχίσω στις μπουνιές μέχρι να φτύσει τα δόντια του ένα ένα. Τέλος, ντρέπομαι που απορώ αν θα ήταν τόσο ευγενικοί και υπομονετικοί οι (σεξιστές nontheless) μπάτσοι, αν δεν ήμουνα εκεί ντυμένη βαμμένη για "ρεβεγιόν".

Και του χρόνου, βρε!