Sunday, 15 July 2012

Ήταν καλοβαλμένος κι ήσυχος

Χτες το απόγευμα, την ώρα που εγώ ήμουνα στη θάλασσα, ο μπαμπάς μου στο μαγαζί και η μαμά μου κένταγε στο μπαλκόνι, στη διπλανή πολυκατοικία αυτοκτονούσε ένας από τους γείτονες. Δεν ακούστηκε τίποτα, δεν πήρε κανείς χαμπάρι μέχρι το βράδυ, οπότε έφτασε ένα περιπολικό κι ένα ασθενοφόρο για να δουν τι συμβαίνει και να μαζέψουν το πτώμα.

Τον συγκεκριμένο άνθρωπο, όλοι τον είχαμε δει να πηγαίνει και να έρχεται, κρατώντας πάντα μέσα σε μια θήκη κάτι που θα μπορούσε να είναι μπουζούκι ή λαούτο ή μαντολίνο, καλοντυμένο, καθαρό, κι ίσως κάποιοι εκτός από μένα να τον είχαν δει να ψάχνει στα σκουπίδια καμιά φορά. Το γεγονός ότι ήταν πάντα μόνος, να τριγυρνάει όλη μέρα με ένα μουσικό όργανο στο χέρι και το βλέμμα του, που είχε κάτι το απόκοσμο, απόμακρο και τρομακτικό, είχαν κάνει -μπορώ να μιλήσω με σιγουριά για μένα προσωπικά, αλλά σίγουρα κι άλλους- να αλλάζουν πεζοδρόμιο, τάχα για να πετάξουν κάτι, ή να μείνουν λίγο ακόμα μέσα στο αυτοκίνητο το βράδυ "ψάχνοντας κάτι στο ντουλαπάκι".

Η αυτοκτονία του δεν προξένησε μεγάλη εντύπωση σε κανέναν. Κάποιοι πρώτη φορά έμαθαν το όνομά του χτες. Κάποιοι είπαν πως ήταν άπορος και θα ταφεί με έξοδα άλλων. Κάποιοι είπαν πως είχε ένα αδερφό με τον οποίο οι σχέσεις του ήταν κάκιστες, κι ο μεσημεριανός, τελευταίος καυγάς, ήταν η αφορμή για να δώσει τέλος στη ζωή του.

Άλλοι βρήκαν το γεγονός σαν ευκαιρία για κουτσομπολιό, άλλοι για να εκφράσουν την οργή τους για το κοινωνικοοικονομικό σύστημα, άλλοι -ανάμεσά τους κι εγώ- απλά έχουν μουδιάσει. Όχι ότι εγώ ή κάποιος άλλος θα μπορούσε να το είχε αποτρέψει... απλά, το σκηνικό θυμίζει τόσο το ποίημα του Σεφέρη (που εγώ έμαθα έτσι), που σε κάνει αναλογίζεσαι για την κυκλικότητα των πραγμάτων...

Wednesday, 11 July 2012

Χαριτωμενιές..

Κι έρχεται ένα καυτό καλοκαιρινό απόγευμα, που σε βρίσκει ανάμεσα σε βιβλία, χαρτιά και pdf να γράφεις τύπους ξανά και ξανά σαν τιμωρία δημοτικού για να αποτυπωθούν στην μνήμη σου, που χτυπάει το τηλέφωνο κι είναι το γκομενάκι. Κάνεις χαρά, γιατί προφανώς άμα δεν έκανες, δε θα ήταν το γκομενάκι σου, αλλά κάποιας άλλης, και πιάνεις την κουβέντα. Κάπου εκεί, λοιπόν, ακούς εκείνο το "αγαπούλα μου", και μένεις μαλάκας. Γελάτε για λίγο μαζί, και μετά που κλείνεις το τηλέφωνο κάθεσαι και σπαταλάς την ελάχιστη φαιά ουσία που σου έχει απομείνει εκεί. Βγήκε πολύ φυσικά, δεν ήταν αστείο, θα το είχε τονίσει αλλιώς και υπερβολικά, ίσα ίσα για να το κάνει ακόμα πιο αστείο. Σκέφτεσαι μετά "τί σκατά; δε με ξέρει ούτε ένα χρόνο, πότε πρόλαβε να με αγαπήσει κιόλας;". Μετά λες "πάει, τέλειωσε, ώρα να το διαλύσουμε, αυτές οι γλυκανάλατες αηδίες είναι για τους παντρεμένους που έχουν σιχαθεί να βλέπουν ο ένας τον άλλον, όχι για ανθρώπους στην ηλικία μας που είναι ακόμα ζωντανοί", αλλά μετά θυμάσαι πως όοοολα τα υπόλοιπα στοιχεία δείχνουν πως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Κι έπειτα το συνδυάζεις με άλλα που έχουν ειπωθεί την ίδια μέρα κι αναρωτιέσαι "μωρέ λες να έχει flashbacks από την προηγούμενη σχέση του; Να φώναζε άραγε την πρώην του 'αγαπούλα'"; Το αποτέλεσμα όχι μόνο δεν είναι ότι έχεις επιτέλους βγάλει μια άκρη, αλλά ότι καταλήγεις να γράφεις ποστ ενώ θα έπρεπε να κοιμάσαι, να σκέφτεσαι πως θα έπρεπε να αυτολογοκριθείς, αλλά δεν ψήνεσαι, και να ετοιμάζεσαι ψυχολογικά για τον ενδεχόμενο καυγά που θα προκαλέσει το κλικ στο "δημοσίευση"... 

Wednesday, 4 July 2012

Το σκατό στο κουτί

Όσο όμορφο κι αν είναι ένα κουτί, όσο καλά τυλιγμένο, με κορδέλες και τούλια, αν το περιεχόμενό του είναι ένα σκατό, σα σκατό θα μυρίζει.
Έτσι, το πιο άσχημο χαρακτηριστικό στο πρόσωπο μιας -περισσότερο ή λιγότερο όμορφης- γυναίκας, είναι ένα αυτάρεσκο, ψωνισμένο, "εγώ και καμία άλλη" χαμόγελο. Δείχνει τόσο έντονα το αποκρουστικό και κενό εσωτερικό, που χαλάει ακόμα και το πιο όμορφο εξωτερικό. Κι όσο κι αν προσπαθεί να το κρύψει, με ακριβά, ενίοτε φωσφορίζοντα, ρούχα (τι μόδα κι αυτή θεέ μου φέτος!), με μαλλί κομμωτηρίου, με βάψιμο από πασαρέλα, τόσο τονίζει τις γωνίες του στόματος που πάνε λίγο πιο ψηλά από όσο θα έπρεπε, ακριβώς όπως το να ψεκάσεις το σκατό με άρωμα δε θα το κάνει να μυρίζει όμορφα, αλλά ακόμα χειρότερα.
Κι όμως, πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι κρυωμένοι, ή με στραβό διάφραγμα, ή με αγάπη για τη μυρωδιά του σκατού (αυτοί οι τελευταίοι θα περνούσαν καλά στις εκπαιδευτικές εκδρομές της σχολής μου), που θα κυνηγάνε αυτό που θα έπρεπε να τους διώχνει μακριά. Άραγε έχουν και την όραση μιας μύγας;