Thursday, 30 September 2010

Self hypnosis

Μ'αγαπάω. Είμαι καλά.

Μ'αγαπάω. Είμαι καλά.

Μ'αγαπάω. Είμαι καλά.

Μ'αγαπάω. Είμαι καλά.

Μ'αγαπάω. Είμαι καλά.

Μ'αγαπάω. Είμαι καλά.


Σ'αγαπάω. Είσαι καλά;

Wednesday, 29 September 2010

Δεδομένα και Ζητούμενα

Όταν ήμουνα μικρή, μια δασκάλα μου έμαθε πως στα προβλήματα, είτε αυτά ήταν μαθηματικών, είτε φυσικής, είτε χημείας, ο πιο εύκολος τρόπος να βρεις τη λύση ήταν να κάνεις ένα πινακάκι. "Στη μια στήλη πρέπει να βάζεις τα δεδομένα, όσα ξέρεις ότι δεν αλλάζουν κι ότι μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις ανά πάσα στιγμή, όπως θες. Στην άλλη, τα ζητούμενα, αυτά που πρέπει να βρεις μόνη σου." Για χρόνια το σύστημα αυτό με βοήθησε. Δεδομένα από δω, ζητούμενα από κει, λύση και τέλος. Άλλο ένα 10 στη συλλογή μου.
Μεγαλώνοντας, ο φυσικός στο φροντιστήριο μας είπε "Όταν τα δεδομένα και τα ζητούμενά σας δε σας δείχνουν το δρόμο για τη λύση, αδειάστε το μυαλό σας από όλα όσα ξέρετε, τύπους, ορισμούς, κανόνες, και επιστρέψτε στις βασικές αρχές." Αρχή διατήρησης της ενέργειας, θεώρημα μεταβολής κινητικής ενέργειας, κι όλα λύνονταν, ίσως όχι τόσο εύκολα κι απλά, αλλά λύνονταν. Έγραψα μ'αυτόν τον τρόπο φυσική, τη χρονιά που πάτωσαν όλοι. Το σύστημα δούλευε.
Όταν το πρόβλημά σου δεν είναι ούτε μαθηματικά, ούτε φυσική, όταν έχει να κάνει με ανθρώπους, με εσένα και το πως νιώθεις, τι κάνεις;
Τι είναι δεδομένο; Μπορείς να πάρεις κάτι ως δεδομένο, χωρίς να απογοητευτείς, χωρίς να πληγώσεις και να πληγωθείς; Οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί, δεν είναι σταθερές, δεν ακολουθούν τους νόμους της φυσικής, ή και της λογικής.. Δεν υπάρχει αρχή διατήρησης του πάθους, ούτε και το θεώρημα μεταβολής της σχέσης με το χρόνο υπάρχει..
Και ζητούμενο πιο είναι; Η ηρεμία και η ασφάλεια που σου προσφέρει ένα άτομο, ή μήπως η αναζήτηση εμπειριών, όπως ένας χωρισμός, μια προδοσία; Και πως ελέγχεις το αποτέλεσμα; Πως κάνεις δοκιμές; Πως βλέπεις ότι η βαρύτητα είναι όντως κοντά στο 9,81 και πως το φως τρέχει πολύ γρήγορα, για να επιβεβαιώσεις ότι τα έχεις κάνει όλα σωστά;
Ποιος έχει την εμπειρία, τη δύναμη, το θάρρος και το θράσος να σε καθοδηγήσει σ'αυτές τις περιπτώσεις; Ποιος σου δίνει τους τύπους και τις αρχές, που θα σε οδηγήσουν στο να κάνεις το σωστό;
Σιχαίνομαι τα μαθηματικά, όμως.. τις στιγμές που δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω ή να νιώσω, ζηλεύω τη σιγουριά που σου δίνει το να ξέρεις πως υπάρχει ένα εργαλείο, ένας τρόπος σκέψης, μια λογική, που να σε οδηγεί στο αποτέλεσμα, και σου δίνει τη δυνατότητα να ξέρεις αντικειμενικά, αν έχεις κάνει λάθος.

Saturday, 25 September 2010

Painkiller

Κάθε φορά που περνάω ώρες ξαπλωμένη στο κρεβάτι, αγκαλιά με τη θερμοφόρα και τα παυσίπονα, βρίζοντας την ώρα και τη στιγμή που το βλαμμένο σπερματοζωάριο με το Χ χρωμόσωμα συνάντησε το ούτως ή άλλως βλαμμένο ωάριο με το ήδη υπάρχον Χ, θυμάμαι τη μόνη φορά που με είδες να πονάω πολύ από περίοδο.
Ήμασταν σπίτι σου, Κυριακή απόγευμα, και χαζεύαμε στον υπολογιστή για να περάσει η ώρα να με πας στον προαστιακό. Ξαφνικά, εγώ εξαφανίστηκα. Κατάπια ένα από τα παυσίπονα που είχα στην τσάντα μου, και ξάπλωσα στο κρεβάτι σου. Δεν έδωσες σημασία, νόμιζες ότι απλά βαρέθηκα και πήγα να την πέσω. Ήρθες πάνω να δεις αν κοιμάμαι, κι όταν κατάλαβες τι συνέβαινε, με ρώτησες τί θα μπορούσες να κάνεις για να νιώσω καλύτερα. Ξάπλωσες δίπλα μου, και με πήρες αγκαλιά, έβαλες το χέρι σου στην κοιλιά μου, πάντα πιο ζεστό από οποιοδήποτε σημείο του σώματός μου, και άρχισες να χαϊδεύεις απαλά.. Λίγο η θερμότητα από το τρίψιμο, λίγο η ηρεμία του να έχω την ανάσα σου στο αυτί μου, σιγά σιγά πέρασε ο πόνος, και με πήρε ο ύπνος..
Όταν ξυπνήσαμε ήταν αργά και δε με άφησες να πάρω το τρένο για Κόρινθο. Με πήγες με το αυτοκίνητο, κι έφαγες όλη την Κυριακάτικη επιστροφή των Αθηναίων στη μάπα, μόνο και μόνο γιατί δεν ήθελες να ταλαιπωρηθώ..

Επειδή είπες ότι δεν το θυμόσουν...

Friday, 24 September 2010

Θέλω τη μέρα που θα φύγεις...

Δεν μπόρεσα να έρθω στο αεροδρόμιο να σε πάρω μια τελευταία αγκαλιά, να κοιτάξω τελευταία φορά τα μάτια σου, να αγγίξω το πρόσωπό σου, να ακούσω τη φωνή σου, χωρίς τίποτα να παρεμβάλλεται ανάμεσά μας.
Δε μπόρεσα να δω τα μάτια σου δακρυσμένα για όσα, και όσους, αφήνεις πίσω.. ένα από όλα αυτά τα δάκρυα μου ανήκε. Τα άκουσα στη φωνή σου, όμως.. κι ήταν η πρώτη φορά που δεν κρυβόσουν πίσω από τη μάσκα που φορούσες εδώ και μέρες.. (μήνες;), ήταν η πρώτη φορά που ήσουν εσύ, όπως σε ήξερα.. μόνο λίγο πιο ευάλωτος και αδύναμος.
Ήθελα τη μέρα που θα έμπαινες στο αεροπλάνο που θα σε έπαιρνε ακόμα πιο μακριά μου, να είσαι ήρεμος κι αισιόδοξος. Ήθελα να σε βοηθήσω να είσαι καλά, να χαμογελάς.. και το μόνο που κατάφερα ήταν να σε κάνω χειρότερα. Να εντείνω τις τύψεις που σε βασανίζουν, να σε διώξω πιο πολύ συναισθηματικά.. Με τον καιρό, θα είμαστε και οι δυο καλά, ήρεμοι, θα μπορούμε να μιλάμε και να γελάμε όπως παλιά, κι ας μην είναι τίποτα όπως παλιά..
Θα είμαστε εδώ ο ένας για τον άλλον, όπως τόσα χρόνια, να με πιάνεις όταν πέφτω, να σε τραβάω μπροστά και να λέω "πάμε!" όποτε κουράζεσαι. Δε θα σε αγκαλιάζω, δε θα με φιλάς, δε θα κοιμόμαστε μαζί τις νύχτες.. όμως.. πάντα.. θα έχουμε αυτό που μας ένωνε τόσα χρόνια. τη μοναδική επικοινωνία, την απόλυτη γνώση του άλλου, την ικανότητα να καταλαβαινόμαστε όπως κανείς άλλος. Δε θα σε ζηλεύω, δε θα με πονάς, όλα θα είναι απλά..

Καλό ταξίδι αγάπη μου...
Καλό ξεκίνημα στην καινούρια σου ζωή,
χωρίς εμένα, ακόμα πιο μακριά από μένα..

Monday, 20 September 2010

The wall

Ανάμεσά μας υψώνεται πια ένας τοίχος. Ψηλός και παχύς, δεν μπορώ να σε δω, ούτε να σε ακούσω. Δεν μπορώ να περπατήσω αρκετά μακριά για να τον παρακάμψω, ούτε και να περάσω από πάνω του. Όμως ξέρω ότι είσαι πίσω του.
Σε έβλεπα που τον ύψωνες σιγά σιγά, και προσπαθούσα να τον γκρεμίσω, αλλά έβγαζα τα τούβλα ένα ένα, ήταν βαριά για τα χέρια μου, δεν προλάβαινα την πρόοδο του χτισίματός σου.
Μετά απόφάσισα να τον αγνοήσω, όμως όταν συνειδητοποίησα πόσο μεγάλος θα ήταν, κατάλαβα και ότι θα σε έχανα. Πανικοβλήθηκα. Ακόμα, κάθε φορά που προσπαθώ να σε φτάσω και πέφτω πάνω του, πονάω σαν την πρώτη φορά που συνειδητοποίησα τι συμβαίνει... ίσως πιο πολύ, γιατί τώρα ξέρω πως δε θα μπορέσω ποτέ να τον ρίξω.
Φωνάζω όσο πιο δυνατά μπορώ, δε με ακούς. Ρίχνω φωτοβολίδες για να τραβήξω την προσοχή σου, κι εσύ κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις και λες "α τι ωραία πυροτεχνήματα!"
Ο λαιμός μου έχει ματώσει, τα νύχια και τα δάχτυλά μου έχουν ματώσει, το γόνατά μου έχουν γεμίσει μελανιές, κι όμως δεν καταφέρνω τίποτα.

Ρίξ'τον τον γαμημένο τοίχο. Σε παρακαλώ.. Άσε με να σε δω, να σε ακούσω ξανά. Δε θα σε αγγίξω αν δεν το θες. Θα προσπαθήσω και να μη μιλήσω, να μη σου ζητήσω τίποτα απ'αυτά που δε θες. Έχω εγκλωβιστεί στην άλλη άκρη του κόσμου σου, δεν αντέχω άλλο πια εδώ..

Monday, 13 September 2010

Retrieval

Άνοιξε την πόρτα και την είδε μπροστά του, το μαχαίρι στο δεξί της χέρι. "Άσε με να μπω." Δεν ήταν εντολή. Δεν ήταν παράκληση. Δεν υπήρχε τίποτα στη φωνή της. Έκανε στην άκρη και την άφησε να περάσει μέσα.
Την ακολούθησε, καθώς έβρισκε το δρόμο ανάμεσα στις κούτες και στα σκόρπια πράγματα στο πάτωμα, ως την κουζίνα, μέχρι που στάθηκαν μπροστά στο νεροχύτη. Άπλωσε το χέρι της κι έβαλε το φορτίο του στο δικό του. "Σου έφερα τα τελευταία δικά σου πράγματα. Δεν κάνει να φύγεις χωρίς να τα πάρεις μαζί σου."
Κοίταξε το μαχαίρι, είδε τα μάτια της στην αντανάκλαση, δε θύμιζαν σε τίποτα τα ζεστά μάτια που τον κοιτούσαν με λατρεία λίγους μήνες πριν. "Δεν είναι δικό μου." της είπε σιγανά.
"Όχι αυτό." Το πήρε πάλι από τα χέρια του με μια βίαιη κίνηση κι έκοψε τα μαλλιά της. "Αυτά είναι δικά σου!" γάβγισε με μια φωνή παραμορφωμένη από τη μανία της, και τα πέταξε στα πόδια του.
Ακούμπησε το χέρι της στο τραπέζι, και πριν προλάβει να κάνει το παραμικρό για να την σταματήσει, έκοψε το δείκτη του αριστερού της χεριού. "Δεν γίνεται να αγγίξω κανέναν πια!". Προχώρησε στο μέσο.
Για μια στιγμή νόμιζε ότι ονειρευόταν. Όχι. Προσπάθησε να της πάρει το μαχαίρι. "Θα στο δώσω μόνο αν το κάνεις εσύ, αν πάρεις μόνος σου ότι σου ανήκει."
Ένα ένα, έκοψε όλα της τα δάχτυλα, αηδιασμένος από το αίμα και το βουβό της πόνο. Με κάθε κόψιμο την άκουγε μόνο να παίρνει μια βαθιά ανάσα, να ετοιμάζεται για την επόμενη πληγή.
"Τώρα τα μάτια. Δε θα κοιτάξω ποτέ τίποτα πια. Πάρε κάθε εκατοστό δέρματος που έχεις ποτέ ακουμπήσει.. Είναι σημαδεμένο, με καίει σε κάθε ανάμνηση."
Λίγο πριν το τέλος, είδε το σπασμένο, το παραμορφωμένο και ακρωτηριασμένο πλάσμα στο πάτωμα να παίρνει την τελευταία του ανάσα. "Την καρδιά. είναι ολόκληρη δική σου, πάντα ήταν.."

Όταν πια κρατούσε την καρδιά της στα χέρια του, ακόμα ζεστή, το αίμα της έτρεχε ανάμεσα στα δάχτυλά του, μούσκευε τα ρούχα του, το χαλί, την ψυχή του. Τα μάτια του γεμάτα δάκρυα, το μυαλό του άδειο από αυτά που ήξερε, αλλά δεν μπορούσε να πιστέψει, ότι είχε κάνει. Άκουσε κάτι σαν ψίθυρο, κάτι που έμοιαζε με τη φωνή της, όπως την ήξερε. Σιγανή, τρυφερή, ήρεμη, μετά από καιρό: "Σ'αγαπάω"

Sunday, 12 September 2010

sleeping with ghosts..

Άφησα το αμάξι μου στην άκρη του δρόμου, η μπροστινή ρόδα από τη μεριά του συνοδηγού μισοβυθισμένη στην άμμο. "Ας μη βγει ποτέ, δε με νοιάζει." σκέφτηκα. Ακολούθησα τα σημάδια από τις ρόδες, ήξερα ότι ήταν δικά σου, μη με ρωτήσεις πως.
Έβγαλα τα παπούτσια μου, τα πέδιλα δεν είναι για να περπατάς στην έρημο, κι άρχισα σκοντάφτοντας να ακολουθώ τις γραμμές στην άμμο. Έπρεπε να σε βρω. Τα πόδια μου καίγονταν και τα χείλια μου ήταν ξερά, συνέχισα όμως να μισοτρέχω.
Το είδα από μακριά. Το αυτοκίνητό σου. Ο -κάποτε- δεύτερος μεγαλύτερος έρωτάς σου, μετά από μένα. Μαύρο, λιγότερο καθαρό από όσες φορές το έχω δει ποτέ, η πόρτα σου ανοιχτή, άμμος να μπαίνει μέσα... Μέσα στον πανικό μου, ένα κομμάτι του μυαλού μου σε φαντάστηκε να προσπαθείς να βγάλεις τη σκόνη, να σκουπίζεις και να ξεσκονίζεις τα πατάκια, το ταμπλώ.. Χαμογέλασα και τα στεγνά χείλια μου σκάσανε σε ένα ακόμα σημείο.
Μπαίνοντας μέσα είχα την ελπίδα να σε βρω. Κι όμως, στο κάθισμα του συνοδηγού ήταν η Ρ. Η φίλη του πρώην μου που έχω δει δυο φορές στη ζωή μου: μια που παρατήρησε πόσο μικρή ήμουν και θύμωσα (κι ας ήμουν πολύ μικρή), και μια που προσφέρθηκε να με φιλοξενήσει, παρά το γεγονός ότι με είχε δει άλλη μια φορά στη ζωή της. "Πάλι εγώ θα σε σώσω;" μου είπε χαμογελώντας, κι εγώ άρχισα να φωνάζω πως εγώ είμαι καλά, πως έπρεπε να βρω εσένα, πως κάτι δεν πάει καλά..
Την άφησα εκεί, έκλεισα την πόρτα κι άρχισα να τριγυρνάω μόνη μου στην έρημο. Όλα ήταν ίδια, δεν ήξερα αν περπατούσα σε ευθεία ή σε κύκλο, δεν ήξερα που να σε ψάξω και γιατί. Ήξερα, όμως, πως με είχες ανάγκη.. Και σου έχω υποσχεθεί τόσες φορές πως θα είμαι πάντα εδώ, να σε βοηθήσω, να σου σταθώ, να σε προστατεύσω, ότι και να συμβεί. Δεν πρέπει να σε απογοητεύσω πάλι..
Η Ρ. από πίσω μου με ακολουθούσε πιο πολύ σαν κατασκεύασμα του μυαλού μου, σαν παραίσθηση δημιουργημένη από τη ζέστη και την κούραση και την έλλειψη νερού, παρά σαν άνθρωπος, να μου μιλάει για τα φρύδια μου πάλι, να μου λέει πόσο ωραία είναι, πως δε γίνεται με τέτοια φρύδια να μη θες να γυρίσεις πίσω σε μένα. Κι εγώ όλο να την πιστεύω και να λέω "Αλήθεια, δε γίνεται. Δεν έχει φύγει από μόνος του. Κάποιος τον έχει πάρει από μένα, κάποιος του κάνει κακό. Πρέπει να τον βρω."
Θυμήθηκα τον πιλότο στο μικρό πρίγκιπα. Κάπως έτσι πρέπει να έψαχνε κι αυτός, μέχρι να βρει το μικρό του φίλο και το φίδι..

Πετάχτηκα στον ύπνο μου κλαίγοντας, για άλλη μια φορά. Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω, δε σου έστειλα μήνυμα, ένα από τα πολλά που ξυπνάς και βρίσκεις στο τηλέφωνό σου το πρωί. Ήπια λίγο νερό, μάλλον διψούσα. Έτσι δικαιολογείται η έρημος. Έβαλα μουσική, έξω είχε αρχίσει να ξημερώνει..
Θυμήθηκα την τελευταία φορά που κοιμηθήκαμε αγκαλιά, που δεν πετάχτηκα στον ύπνο μου κλαίγοντας, που δεν θυμάμαι τι ονειρεύτηκα, που ακόμα κι αν ξύπνησα στη μέση της νύχτας, όταν γύρισα να σε κοιτάξω, με έσφιξες στα χέρια σου πιο πολύ, με ρώτησες αν όλα είναι καλά ψιθυριστά, και μου είπες να κοιμηθώ και πάλι. Θυμήθηκα το Inception, πως μπορούσαν να καθοδηγούν με το μυαλό τους τα όνειρά τους. Μας φαντάστηκα πάλι μαζί, μόνους, στον ιδανικό, αποκλειστικά κατασκευασμένο για μας κόσμο, να ζούμε όσα δε θα ζήσουμε μαζί, τα χέρια μας δεμένα μεταξύ τους, γερασμένα και φτιαγμένα για να ταιριάζουν ακριβώς μαζί, σαν δυο κομμάτια του ίδιου αντικειμένου.

Πάνω που συνειδητοποιούσα πως έβαζα σαμπουάν στα μαλλιά μου για τέταρτη φορά και πως το ζεστό νερό τελείωνε, χτύπησε η πόρτα. Η μάνα μου είχε ανησυχήσει. Πόση ώρα ήμουν μέσα, πόσες φορές είχα πει από μέσα ή απ'έξω μου "soulmates never die...", δεν έχω ιδέα.. Προσπαθούσα να βγάλω άκρη από το όνειρο, όλα τα άλλα γίνονταν μηχανικά. Αλήθεια, την τελευταία φορά που μπήκες στο μπάνιο ενώ ήμουν στη μπανιέρα, όση ώρα προσπαθούσες να με κάνεις να επανέλθω στο εδώ και το τώρα, όση ώρα κοιτούσες το γυμνό μου σώμα, έβλεπες εμένα; σου άρεσε αυτό που έβλεπες; το ήθελες έστω και λίγο, όπως παλιά;

Τα γράμματά μου στα 'χω δώσει όλα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δε θα τελειώσουν ίσως ποτέ, πάντα θα έχω κάτι να σου πω, πάντα θα ψάχνω ένα νέο ή μια πληροφορία να σου στείλω, να επιχειρήσω να επικοινωνήσω μαζί σου, όπως παλιά.. Αυτό δεν είναι ένα γράμμα για σένα. Είναι για μένα..
Για να μην ξεχνάω..

Thursday, 9 September 2010

and the wind did moan...




For the girl you have in that merry green land
Can wait forever for you to come home...

Tuesday, 7 September 2010

Ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος...

Ο Αλκίνοος τραγουδούσε για άλλη μια φορά, και στον ουρανό πέφταν τ'αστέρια.. ένα.. δυο.. τρία.. τέσσερα..
Για κάθε ένα είχα μια ευχή. Την ίδια. "Ας γυρνούσε ο χρόνος πίσω. Ας μπορούσαν να γίνουν όλα όπως πριν"
Με κάθε τραγούδι θυμόμουν και κάτι άλλο..

Το αύριο που γινόταν χτες σε μια παραλία, με δυο ανθρώπους αγκαλιασμένους στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου...
Ένας άνθρωπος να υπόσχεται να είναι κοντά σου όποτε τον θες...
Υπεραστικά τηλέφωνα, με τον άλλον τελικά να αποκοιμιέται, αφήνοντάς σε να ακούς την ανάσα του στην άλλη άκρη της γραμμής...
Τις λέξεις ντυμένες ψέματα, κι ένα σ'αγαπώ που ακουγόταν όλο και πιο σπάνια, και εσύ δυσκολευόσουν να πιστέψεις...
Μια μπλούζα γεμάτη δάκρυα συγκίνησης βαμμένα με μαύρο μολύβι και μάσκαρα, σε ένα παγκάκι...
Μια συναυλία, η πρώτη από πολλές που πήγαμε μαζί, να σου τραγουδάω παράφωνα και να σε κοιτάω στα μάτια...

Σε κάθε τραγούδι, σε κάθε αστέρι, σε κάθε ανάσα, έκλεινα τα μάτια και ευχόμουν να μπορούσα να τα ζήσω όλα από την αρχή... Μετά τα άνοιγα.. κι όλα είχαν γίνει.. αυτά που θα φυλάξω μέσα μου σα θησαυρό, κι όσα προσπαθώ να ξεχάσω για να σηκώνομαι το πρωί από το κρεβάτι...
Τα αστέρια δε σου χαρίζουν ευχές... και ο χρόνος δε γυρίζει πίσω...

Wednesday, 1 September 2010

Ανατομία

Τη στιγμή που πιστεύεις ότι σου έχουν τελειώσει τα δάκρυα, ότι η καρδιά σου επιτέλους θα μπορέσει να χτυπήσει ξανά, ότι τα πνευμόνια σου θα γεμίσουν οξυγόνο, μια λέξη ή μια εικόνα, μια ανάμνηση ή μια σκέψη θα σε στείλουν πάλι πίσω στο σκοτάδι που σε τύλιξε και δε θέλει να σ'αφήσει.

Τα βράδια στο κάποτε μοιρασμένο κρεβάτι είναι πιο σκοτεινά όταν δεν ξέρεις πως να ξεριζώσεις από μέσα σου αυτό που με τις ρίζες του αλλοιώνει και μεταλλάσσει τα κύτταρά σου σε κάτι άγνωστο και εχθρικό.

Τα μάτια δε στερεύουν ποτέ, αυτό το έμαθα.
Η καρδιά σταματάει... κι όταν αρχίζει να χτυπάει πάλι, σε τίποτα δε θυμίζει τον παλιό της ρυθμό, κι ας χτυπάει ακόμα για τον ίδιο άνθρωπο. Είναι πια επιφυλακτική από το σφίξιμο που δεν την εγκαταλείπει ούτε για μια στιγμή.
Κάθε ανάσα φέρνει κάτι όξινο, κάτι που πονάει και σκίζει σάρκες με τη λύσσα του παγιδευμένου θυμού που δεν ξέρει που να στραφεί, κι έτσι ρίχνεται στον εαυτό του με ακόμα μεγαλύτερη ορμή.

Μόνο το γαμημένο το μυαλό δε σταματάει ποτέ να φωνάζει ξανά και ξανά τις ίδιες ερωτήσεις, το ίδιο "ΓΙΑΤΙ;", χωρίς την παραμικρή πρόθεση να σου δώσει μια απάντηση, που δε θα μπήξει τα νύχια της στα χέρια και στο πρόσωπό σου, για να σου πάρει και την τελευταία σπίθα ζωής που σου 'χει απομείνει.


Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως με τον πόνο μου
δε θα προκαλέσω επιπλέον πόνο σε σένα.
Δεν το καταφέρνω ούτε αυτό από ότι φαίνεται...