Saturday, 28 August 2010

this pain is just too real



When you cried I'd wipe away all of your tears
When you'd scream I'd fight away all of your fears
And I held your hand through all of these years

Δεν ήταν αρκετό.

Thursday, 19 August 2010

O κοντοκοκκινορουθουνούλης

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μικρή πόλη σ'ένα μεγαλούτσικο νησί, ζούσε ένα κοριτσάκι, ζαβό και γενικά κακοφτιαγμένο. Μικροσκοπικό, κοντό, με αστεία φουντωτά μαλλιά, αρρωστιάρικο και ευαίσθητο στις ακραίες καιρικές συνθήκες, σε σημείο τέτοιο, που καμιά φορά, όταν φυσούσε πολύ, έπρεπε να δένουν στη μέση του ένα τούβλο, για να μην την πάρει ο αέρας.
Ένα υπερβολικά ζεστό και υγρό καλοκαίρι, όταν όλοι οι άλλοι κάνανε βουτιές και πίνανε μαργαρίτες στα μπιτς μπάρ, το κοριτσάκι αποφάσισε να αρρωστήσει. Να τα αντιπυρετικά, να τα σιρόπια, να οι καραμέλες για το λαιμό! Δεν μπορούσαν φυσικά να λείπουν και τα χαρτομάντιλα, για τη συλλογή των πολύτιμων σωματικών υγρών που αδιάκοπα έσταζαν από τα ρουθούνια της. Κι όλα αυτά, ενώ η μαμά του ήταν σε ένα άλλο, λίγο μικρότερο νησί, να μαζεύει και να αποξηραίνει αυγουστιάτικα φρούτα, και το κοριτσάκι έμεινε υπεύθυνο για την επιβίωση και την υγιεινή των 2 αρσενικών ανθρωπόμορφων γουρουνιών, και του ενός σκυλόμορφου.
Μερικές μέρες μετά, κι ενώ οι μυξούλες έρεαν ακόμα άφθονες, η μύτη του κοριτσιού βαρέθηκε κι είπε να αρχίσει να προμηθεύει το καλάθι των αχρήστων με χαρτομάντιλα βουτηγμένα στο αίμα... Και η μύτη έεεετρεχε αίματα! Με τα πολλά, η αιμορραγία σταμάτησε, και το κοριτσάκι, χαρούμενο κι αναιμικό, θεώρησε ότι ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό... λίγο η ζέστη, λίγο το φύσα φύσα, και το ξέχασε.
Την επόμενη επίσης εξουθενωτικά ζεστή μέρα, το κοριτσάκι έπρεπε να βγει να πάει στην τράπεζα και στο σούπερ μάρκετ. Κάνει μπάνιο, ντύνεται στολίζεται, και με την κάρτα του ΑΤΜ ανά χείρας, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει λίιιγο πριν την τράπεζα. Ξαφνικά.... η μύτη αρχίζει να τρέχει! Χαλαρή και ήρεμη ψάχνει στην τσάντα της για χαρτομάντιλο, και σκύβοντας για να το βγάλει από το πακέτο, βλέπει την πρώτη κόκκινη σταγόνα να αφήνει τη μύτη της και να πέφτει στο πεζοδρόμιο! Πανικός.. Πιέζει το χαρτομάντιλο σφιχτά, και το επόμενο, και το επόμενο... Μέχρι να φτάσει σπίτι της είχε αδειάσει σχεδόν το πακέτο, αλλά το αίμα δεν είχε σταματήσει να τρέχει, κάνοντάς την, σαν άλλος Κοντορεβιθούλης να αφήνει πίσω της σημάδια, σαν να φοβότανε μη χάσει το δρόμο, και δε μπορέσει να γυρίσει πίσω να βγάλει λεφτά...
Για κακή της τύχη, κι ενώ είχε λιώσει 40 ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, από τη ζέστη στο δρόμο, μπαίνοντας στην είσοδο της πολυκατοικίας, ξέχασε ότι στο ενυδρείο εδώ και χρόνια ο σπιτονοικοκύρης μεγάλωνε ένα λευκό καρχαρία, ο οποίος από την καλοπέραση και την φροντίδα, είχε φτάσει τα 32 μέτρα σε μήκος.. Σε μια στιγμή, πρόλαβε να μυρίσει το αίμα, να εξαγριωθεί, και να πηδήξει σα δελφίνι έξω, κάνοντας και μια τούμπα στον αέρα! Την έκανε μια μπουκιά! Όλες οι περιπέτειες του μικρού κοριτσιού ήταν ανώφελες, θα μπορούσε απλά να καθίσει στο πεζοδρόμιο, περιμένοντας να αδειάσει όλο της το αίμα από τα ρουθούνια, και να γλιτώσει το τρέξιμο με κλειστά τα μάτια μέσα στη ζέστη!

και ζήσαμε εμείς καλά, κι αυτοί καλύτερα, γαμώ τις ρινορραγίες μου γαμώ!


Monday, 9 August 2010

ΜΗΠΕΡ...


... μια σχολή για αυτούς που από τα 18 υποψιάζονται πως η ζωή τους επιφυλάσσει πολύ σκατό!
Γιατί να μην μπορείς να κάνεις κάτι μ'αυτό;


Για ένα σίγουρο μέλλον...
Τμήμα Μηχανικών Περιβάλλοντος,
Πολυτεχνείο Κρήτης

Tuesday, 3 August 2010

..σαν μια γυναίκα μακρινή που αγάπησα πριν φύγω...

Οι λέξεις είναι εργαλεία σαν όλα τα άλλα... Μπορείς να τις χρησιμοποιήσεις σωστά -να καρφώσεις, να πριονίσεις, να βάψεις- αλλά αυτό που θα κατασκευάσεις (οι εκφράσεις, οι προτάσεις) να μην έχει καμιά σχέση μ'αυτό που είχες αρχικά στο μυαλό σου.
Μπορεί να νομίζεις ότι έχεις πει όλα τα σωστά πράγματα, να έχεις εκφράσει αυτό που ξέρεις ότι θα έπρεπε, αν απέναντί σου είχες έναν οποιοδήποτε άλλο άνθρωπο, αυτό που θα ήθελες να ακούσεις, αν εσύ ήσουν στη θέση του άλλου... αλλά ξεχνάς ότι πάντα θα υπάρχει ο προδότης, που θα στέκεται πίσω από την πλάτη σου και θα σε δείχνει με το δάχτυλο τεντωμένο, ενώ θα χαμογελάει χαιρέκακα που θα σε έχει καρφώσει. Το χαμόγελό σου θα είναι λίγο πιο πλατύ από ότι θα έπρεπε, τα μάτια σου δεν θα έχουν όσες ρυτίδες έχουν όταν χαμογελάς πραγματικά, ίσως να δακρύσεις λίγο -ενώ δεν έχεις γελάσει αρκετά, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί αυτή σου η αντίδραση..
Κι έτσι, ο άνθρωπος που έχεις απέναντί σου θα απογοητευτεί με την αδυναμία σου να μοιραστείς τη χαρά, τον ενθουσιασμό του.. Θα θυμώσει, που το πρώτο πράγμα που θα του ζητήσεις είναι να παραδεχτεί το φόβο του για την αλλαγή. Και η μαλακία είναι ότι ξέρεις ότι έχει δίκιο, κι έτσι χαμογελάς ακόμα περισσότερο, αποκαλύπτεις ακόμα περισσότερα από τα δόντια σου, τα μάτια σου δακρύζουν ακόμα περισσότερο από την προσπάθεια... Όμως το μόνο που καταφέρνεις είναι να τρομάζεις τον άλλον ακόμα περισσότερο με την αδυναμία σου να χαρείς γι αυτόν, με τα δάκρυα που ετοιμάζονται να κυλίσουν, με τα δόντια που λίγο ακόμα και θα σκίσουν τα χείλη σου για να εκτεθούν πιο πολύ, για να δείξεις την συμπαράστασή σου..
Τραβάς το χαμόγελό, κι αυτό αρχίζει να ραγίζει, και να μετατρέπεται σ'αυτήν την αγκαλιά-φυλακή, που παρακαλάει τον άλλον να μη σ'αφήσει, να μην πάει ακόμα πιο μακριά, να μη σε βγάλει ακόμα περισσότερο από τη ζωή του. Φοβάσαι - κι ο φόβος σου ζώνει το μυαλό σου, και το σφίγγει με όλη του τη δύναμη, και δεν το αφήνει να σκεφτεί καθαρά, να επεξεργαστεί αυτό που βλέπεις, και το διαστρεβλώνει, το κάνει διαφορετικό και τεράστιο και τρομακτικό και ανίκητο-, και ξέρεις ότι ο ήρωάς σου θα σ'αφήσει να αντιμετωπίσεις τους φόβους σου (τη ζωή σου;) μόνη σου.
Δεν μπορείς, όσο και να το βλέπεις, έστω κι αχνά, πίσω από το πέπλο των δακρύων που έχουν καλύψει τα μάτια και τα όνειρά σου, να πιστέψεις ότι κι αυτός, ο φωτεινός, ο όμορφος, ο έξυπνος και δυνατός, φοβάται όσο κι εσύ, κι ακόμα περισσότερο, στον αγώνα του ενάντια στα δικά του τέρατα. Ο σεισμός, που κινεί το κέντρο του μικρού κι ασφυκτικού σου κόσμου, είναι δυνατότερος από ότι έχεις ζήσει ποτέ πριν, σε αφήνει αμήχανη και τρομαγμένη να κοιτάς γύρω σου με μάτια τεράστια και πρησμένα από τα κλάματα, κι όταν απλώνεις το χέρι σου να πιαστείς από το γνώριμο, δυνατό μπράτσο που τυλίγεται γύρω σου τα βράδια όταν φοβάσαι, αυτό είναι 2000 χιλιόμετρα μακριά σου...
Λυπάσαι για την αδυναμία και την ανικανότητά σου, ζητάς ξανά και ξανά συγγνώμη και ξέρεις ότι ποτέ δε θα είναι αρκετές οι φορές που θα το πεις, ξέρεις ότι κάτι έχει(ς) σπάσει, κι ότι δύσκολα θα ξανακολλήσει... ελπίζεις μόνο να κρατήσει η δύναμη που κρατάει τα δυο κομμάτια κοντά: αυτό που πάντα θα είναι στη θέση του -ακίνητο και σταθερό, με το χέρι απλωμένο- κι αυτό που φεύγει, που η βαρύτητα το τραβάει μακριά...
Αναρωτιέσαι... μήπως είναι όντως καλύτερα να μην έχεις τίποτα να σε κρατάει πίσω; Μήπως είσαι ένα ανώφελο και άχρηστο βάρος, που κρατάει τον άλλον δυσάρεστα κολλημένο στο παρελθόν;