Thursday, 27 May 2010

Προκρούστης

Δεν μπορείς να μιλήσεις πια. Κάθε σου ανάσα πονάει πιο πολύ από την προηγούμενη, κάθε σκέψη της προηγούμενής σου ζωής σε απομακρύνει περισσότερο απ'αυτήν.
Ξέρεις ότι όσο και να τον κοιτάς με τα μάτια σου γεμάτα δάκρυα, απλά τον γεμίζεις με την ηδονή του πόνου σου, και τον κάνεις να τραβάει πιο πολύ. Τα χέρια.. Τα πόδια... Τα χέρια ξανά.
Νιώθεις πως θα 'πρεπε να είσαι νεκρός εδώ και ώρες. Έχουν περάσει, όμως, ώρες ή δευτερόλεπτα; Έχει αλλάξει ο χρόνος, έχει διασταλεί με τρόπο τέτοιο που να παρατείνει το μαρτύριό σου, τη χαρά του;
Το σώμα σου μακραίνει, φτάνει όλο και πιο κοντά στο σωστό μέγεθος, τώρα θα γεμίσεις επιτέλους το μακρύ κρεβάτι... Λίγο, λίγο ακόμα...


Το τελευταίο πράγμα που ακούς είναι ένα κρακ.

Friday, 21 May 2010

Βαριέμαι...

"Θα 'ρθεις στου Λ. για ταινία;"
"Ποιός σηκώνεται, κάνει μπάνιο, ντύνεται, οδηγεί για 25 λεπτά μέχρι να βρει το σπίτι, βλέπει ταινία, οδηγεί άλλα 20 λεπτά, βρίσκει να παρκάρει τώρα; Γάμα το βαριέμαι."

Όταν έχεις περάσει μια βδομάδα κλεισμένος στο σπίτι επειδή είσαι άρρωστη, και μετά από μια μικρή διακοπή για διαφημίσεις, άλλες δυο τέζα, να χτυπιέσαι και να κλαις από τους πόνους της περιόδου, το λογικό θα ήταν να τρελαίνεσαι να βγεις από το σπίτι, απλά και μόνο για να μυρίσεις τον έξω κόσμο.
Έλα, όμως, που εγώ έχω συνηθίσει, ρε παιδί μου, να κυκλοφορώ τρώγοντας, σαν το φάντασμα με τις πυτζάμες μες στο σπίτι και βαριέμαι να κάνω το παραμικρό;
Έρχεται ο καλός μου για το τριήμερο, ελπίζω να τα καταφέρει να με ξεκουνήσει λιγάκι... αν και προβλέπονται καταραμένες βροχές, κι ας είναι τέλη Μάη, κι αυτός για μένα είναι ένας πολύ καλός λόγος να μην ξεμυτίσω απ'το σπίτι!

Monday, 17 May 2010

Πώς μπορείς να ανοίξεις ευγενικά και διακριτικά τα μάτια ενός ανθρώπου που είναι εγκλωβισμένος στην ασημαντότητα του προσωπικού του μικρόκοσμου;

Monday, 3 May 2010

Επιστροφή

Χρόνια ήταν ερωτευμένη με το Γιάννη. Ήταν και σίγουρη ότι κάτι υπήρχε από την πλευρά του. Το καταλάβαινε από τον τρόπο που την κοίταζε, που της μιλούσε, από τον τρόπο που κάθε φορά που θα άκουγε ένα cd που πίστευε ότι θα της άρεσε, έτρεχε να της το γράψει για να του πει τη γνώμη της.

Ποτέ δεν συγχρονίστηκαν, όμως. Τη μια θα ήταν σε σχέση αυτή, κι ελεύθερος αυτός, την άλλη αυτή θα ήταν ελεύθερη κι εκείνος με κάποια άλλη. Τα χρόνια πέρασαν, αυτή έφυγε από την πόλη που γεννήθηκαν, γνωρίστηκαν και μεγάλωσαν μαζί, πότε στο ένα μέρος και πότε στο άλλο, για σπουδές, μεταπτυχιακό, δουλειά, κι ο Γιάννης ήταν πάντα εκεί, στις διακοπές που γύριζε για λίγες μέρες, και στα κενά διαστήματα που έψαχνε για δουλειά και έμενε στο πατρικό της για να γλιτώνει τα περιττά έξοδα. Πάντα τον πετύχαινε πάλι μέσα στην παλιά παρέα, που τώρα είχε μεγαλώσει, με τους μόνιμους, και νόμιμους πολλές φορές, συντρόφους των φίλων τους.

Τη μέρα που κλείδωνε την πόρτα του παλιού σπιτιού και έμπαινε στο αυτοκίνητο με προορισμό την πόλη τους, για τη μόνιμη πια εγκατάστασή της, σκεφτόταν πως αν οι συνθήκες το επέτρεπαν, θα έπρεπε να δοκιμάσει να κάνει κάτι μαζί του. Τόσα χρόνια το είχε μέσα της σαν ενδεχόμενο, σαν απωθημένο ίσως..;

Έκλεισε σιγά σιγά όλες τις εκκρεμότητες από την παλιά της ζωή. Ταχτοποίησε το σπίτι της. Της φαινόταν τόσο περίεργο να μένει μόνη της στην πόλη που είχε συνδέσει με την οικειότητα των αντικειμένων και των μυρωδιών του πατρικού της..

Ήταν η ώρα να κάνει καινούριες αρχές. Τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να βρεθούν το βράδυ. Θα ήταν ένα ποτό μαζί του, όπως χιλιάδες άλλα στο παρελθόν. Καθώς ετοιμαζόταν χαμογελούσε σκεπτόμενη μερικές από τις φορές που είχαν καταλήξει στο δρόμο τα ξημερώματα, να τσακώνονται για το ποιος ήταν καλύτερα, ώστε να συνοδεύσει τον άλλο σπίτι. Συνήθως νικούσε εκείνος. Της άρεσε να την αφήνει κάτω από το σπίτι και να της υπόσχεται ότι θα την πάρει τηλέφωνο όταν φτάσει κι εκείνος στο δικό του, κι ας μην το έκανε ποτέ… κι έτσι υποχωρούσε, ακόμα κι αν ήταν σίγουρη πως ήταν λιγότερο μεθυσμένη.

Δεν είχε σκεφτεί να του ζητήσει να μην το πει στους άλλους για να είναι οι δυο τους. Όταν βγαίνοντας από την πολυκατοικία είδε ότι δεν ήταν μόνος στο αυτοκίνητο, απογοητεύτηκε, αλλά δεν πτοήθηκε. Κάποια άλλη μέρα.. Στο κάτω κάτω, με τη μετακόμιση και την προσαρμογή στην καινούρια δουλειά και στην παλιά της πόλη, δεν είχε προλάβει να δει τους φίλους της όσο θα ήθελε.

Το ένα ποτό έφερε το άλλο, και το δεύτερο το τρίτο και σταδιακά η ζαλάδα, που την έκανε να χαμογελάει στην αρχή, άρχισε να της είναι δυσάρεστη. Κάθισε στο παγκάκι έξω από το εδώ και χρόνια στέκι τους, προσπαθώντας να στρίψει τσιγάρο. Δεν ήταν σίγουρη πόση ώρα είχε περάσει -ο χρόνος κυλούσε άλλοτε τόσο γρήγορα και άλλοτε τόσο αργά εκείνο το βράδυ- όταν άκουσε τη φωνή του Γιάννη πίσω της. “Πού εξαφανίστηκες χωρίς να πεις σε κανέναν τίποτα; Νόμιζα πως είχες φύγει.” Κάθισε δίπλα της στο παγκάκι, κι άπλωσε το χέρι του να την πάρει αγκαλιά, όπως κάθε φορά που υποψιαζόταν ότι έχει πιεί λίγο περισσότερο από ότι αντέχει. Και όντως, έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του και του έδειξε γελώντας σαν παιδάκι που έκανε ζαβολιά το τσιγάρο, που όση ώρα κι αν το έφτιαχνε, έμοιαζε περισσότερο με χωνί. Τίναξε τα κομματάκια του καπνού που είχαν σκορπίσει τα μαλλιά της και στα πόδια της, το πήρε και έκανε ότι μπορούσε να το διορθώσει.

Γύρισε το κεφάλι της ενώ ήταν ακόμα πάνω στον ώμο του, προσπαθώντας να εστιάσει στο πρόσωπό του μέσα στο σκοτάδι. H ζαλάδα είχε γίνει απογοήτευση. “Όταν μια γυναίκα σου ζητάει να βγείτε, φέρνεις πάντα και τους φίλους σου για προστασία;”

Τα μάτια του έγιναν τεράστια και απίστευτα φωτεινά μέσα στο σκοτάδι. Σε μια κίνηση το σώμα του είχε φύγει από κάτω της, το πρόσωπό του ήταν μπροστά στο δικό της, το χέρι του στο λαιμό, στο πρόσωπο και στα μαλλιά της, τα χείλια του στα χείλια της..

Δεν κατάλαβε πότε βρέθηκαν σπίτι της, αγκαλιά γυμνοί για πρώτη φορά στο καινούριο της κρεβάτι. Έμοιαζαν όλα τόσο ταιριαστά, σαν να οδηγούσαν εκεί, για να βρεθεί σε ένα χώρο καθαρό και εξαγνισμένο από προηγούμενες σχέσεις μαζί του, σαν τα χρόνια που προηγήθηκαν να μην είχαν περάσει. Είχε αυτή την αίσθηση της εκπλήρωσης και της ευτυχίας που μόνο το απόλυτο ταίριασμα με κάποιον μπορεί να σου δώσει.

Το πρωί ξύπνησε κι ένιωθε άλλος άνθρωπος. Ήταν ακόμα δίπλα της, δικός της, πιο όμορφος από ποτέ. Όταν τον αγκάλιασε, εκείνος τρόμαξε, απομακρύνθηκε. Άνοιξε τα μάτι του, κι ήταν σκληρά όπως ποτέ πριν. “Ξέρεις.. Χρόνια τώρα, σ’αγαπάω. Σε περίμενα, σε έβλεπα στην αγκαλιά πότε του ενός και πότε στου άλλου, κι έλεγα ότι κάποια μέρα θα είσαι δική μου. Κι ακόμα σ’αγαπάω” Του χαμογέλασε και ετοιμάστηκε να πει πως έτσι αισθανόταν κι αυτή… “Όμως αυτό που κάναμε ήταν λάθος.” Βιαστικά μάζεψε τα ρούχα του κι άρχισε να τα φοράει.

Ένα μήνα αργότερα, στο γάμο του, φορώντας τα καλύτερα ρούχα και το πιο όμορφο χαμόγελό της, έπνιξε τον πόνο απόρριψης στην αγκαλιά κάποιου άλλου…