Friday, 26 February 2010

Το σάπιο λεμόνι

Κάνεις δίαιτα, και ψάχνεις στο ψυγείο για εκείνη τη σοκολάτα που είχες κρύψει για τις δύσκολες ώρες -που και καλά περιμένεις περίοδο και δεν αντέχεις χωρίς σοκολάτα, έλεγες τότε δυνατά, για να το πιστέψεις κι εσύ η ίδια και να δώσεις ένα άλλοθι στον εαυτό σου- και εκεί ανάμεσα στα τάπερ και στα σακουλάκια με τα λαχανικά και τα φρούτα βρίσκεις ένα λεμόνι. Ένα λεμόνι που κάποτε ήταν κίτρινο και ζουμερό, αλλά τώρα είναι μαραμένο και γεμάτο με πράσινα μαλλάκια, και έχει βγάλει σιχαμένα βρωμερά ζουμιά, και έχει κάνει και τα πορτοκάλια από δίπλα να σαπίζουν κι αυτά, και ξέρεις πως αν δεν το απομακρύνεις, μαζί και όλα τα υπόλοιπα που "κόλλησαν", από το ψυγείο σου, που (όσο κι αν δεν το παραδέχεσαι, γιατί είσαι νοικοκυρά εσύ) τώρα έχει μια μακρινή και απροσδιόριστη ξινή μυρωδιά, σε δυο τρεις μέρες απλά δεν θα μπορείς να το ανοίξεις χωρίς να σου φέρνει αναγούλα. Σηκώνεις τα μανίκια, φέρνεις σκουπιδοσακούλες και καθαριστικά, κάθεσαι οκλαδόν μπροστά από την ανοιχτή πόρτα του ψυγείου, και κάνεις την εκκαθάριση που είχες χρόνια τώρα υπόψιν σου να κάνεις, αλλά ποτέ δεν είχες χρόνο, όρεξη, ή και.. το απαραίτητο θάρρος και θράσος, υποψιασμένη για το τι παίζει μέσα στη ντουλάπα με το κρύο. Μέχρι να τελειώσεις με τον πόλεμο που έχεις κηρύξει στο βασίλειο των μυκήτων, όχι μόνο δε σου έχει μείνει όρεξη για σοκολάτα, αλλά και γυρίζει το στομάχι σου στην ιδέα και μόνο πως κάτι φαγώσιμο θα πλησιάσει το στόμα σου.

Όταν πηγαίνεις γυρεύοντας, όταν ψάχνεις πράγματα που δε θα έπρεπε να ψάχνεις -δεν έχει σημασία ο λόγος που δε θα έπρεπε να το κάνεις- το πιο πιθανό είναι να ανακαλύψεις πράγματα που δε θες να ξέρεις ότι υπάρχουν πριν να είναι η ώρα να το μάθεις. Ίσως να εύχεσαι να υπήρχε τρόπος να μην τα μάθεις ποτέ, ώστε να ζεις ευτυχισμένος μέσα στην προστατευτική σου ροζ φουσκίτσα από σαπουνάδα, μακριά από τα πολύχρωμα και τόσο δελεαστικά τοιχώματα, που ξέρεις από την πρώτη στιγμή ότι δεν πρέπει να τα αγγίξεις, ότι όσο κι αν σε τραβάνε σαν μαγνήτης, πρέπει να μείνεις μακριά τους, για να είσαι ήρεμος κι ευτυχισμένος.

Όσο ψάχνεις, βρίσκεις. Είσαι σίγουρος ότι θες να μάθεις τα πάντα;

Saturday, 13 February 2010

Στο ασανσέρ που συναντιόμαστε

Το ηθικό δίδαγμα του χτεσινού πάρτυ;

Δεν μπαίνουμε ποτέ σε ένα ασανσέρ που ξέρουμε ότι δεν είναι πολύ στα καλά του με άλλους 5 ανθρώπους.

Κι αυτό απλούστατα γιατί, ακόμα και αν όλοι είναι στα κυβικά μου (που δεν είναι) (και που πλέον τα κυβικά μου δεν είναι όσο λίγα θα ήθελα), το πιο πιθανό είναι να ξεπερνάμε όλοι μαζί το βάρος που το ρημάδι το ασανσέρ μπορεί να πάει στον τρίτο. Η, για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, ούτε μέχρι τον πρώτο. Κάπου εκεί στους 15 πόντους από το ισόγειο σταμάτησε.
Αρνητικό, βεβαίως, είναι να κλείνεσαι σε ένα χώρο 1x1 που δεν πιάνουν τα κινητά, αλλά οκ, αν έχεις παρέα, περνάει η ώρα ευχάριστα.

Tiny bits of valuable experience:
1. Όταν συνειδητοποιούμε ότι το ασανσέρ έχει κολλήσει και δεν κουνάει ούτε πάνω ούτε κάτω, δεν κοροϊδεύουμε τις χαζές ιδέες των συν-εγκλωβισμένων, γιατί ο χώρος είναι μικρός, κι αν θέλουν να σε βαρέσουν θα το κάνουν "κατά λάθος".
2. Επίσης καλό είναι να αποφύγεις τα αστεία για παρτούζες όταν ξέρεις μόνο τον έναν από τους 5, γιατί ο κόσμος φρικάρει εύκολα.
3. Όταν κανείς δεν ακούει τον κώδωνα του κινδύνου τον οποίο κρούεις, γιατί στον τρίτο γίνεται πάρτυ, απλά βάζεις τις φωνές -χωρίς πανικό, no pressure- όποτε ακούσεις κάποιον, για να ειδοποιήσει την πυροσβεστική.
4. Όταν μπαίνουμε σε ασανσέρ με ένα μπουκάλι κρασί, καλό είναι να έχουμε μαζί και ένα τιρμπουσόν (έτσι δεν το λένε το σπιράλ ανοιχτήρι;), καθώς και ποτηράκια.
5. Το καλύτερο που μπορούν να κάνουν οι απέξω για παρέα, ειδικά όταν έχουν όλοι πιεί και είναι όλοι πιο ανεκτικοί, είναι να σου τραγουδάνε αυτό. Είναι όσο αισχρό γίνεται, αλλά έχει πλάκα. Οι από μέσα, καλό είναι να μη χοροπηδάνε ρυθμικά.
6.Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Όταν έχουμε χάσει την κολλητή μας, και αργεί ΤΗΝ ΨΑΧΝΟΥΜΕ. Μπορεί να μην έχει εγκλωβιστεί στο ασανσέρ και να κάνει χαβαλέ, μπορεί να έχει ψοφήσει από το ποτό, ή να την έχουν βιάσει. Ακούς Νατάσσα; :Ρ

Thursday, 11 February 2010

Ένας ακόμα...

Στις 5 το πρωί ήρθε το τηλεφώνημα που θα έσβηνε το φόβο που γεννιόταν μέσα σε όλους μας κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο, απλά επιβεβαιώνοντάς τον.
Μετά, μέσα σε λίγα λεπτά έπρεπε να κρατηθούν εισιτήρια, να ετοιμαστούν βαλίτσες και να κλείσουν κάποιες εκκρεμότητες που έμεναν για να μπορούμε να φύγουμε. Μουδιασμένοι ακόμα, δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε παρά μόνο για τα απαραίτητα που έπρεπε να γίνουν, με την ένταση να ξεσπάει συνέχεια, καθώς το παραμικρό που θα μπορούσε να πάει η να παρθεί στραβά, απλά οδηγούσε σε φωνές και τσακωμούς.
Βρίζοντας για τη μαλακία μου, που με έκανε να βαριέμαι να κάνω μπάνιο και να λουστώ το προηγούμενο βράδυ, και με οδήγησε στην μπανιέρα στις 6 το πρωί, έβλεπα τα κόκκινα ποτάμια να κυλάνε στα πόδια μου και στη συνέχεια να ανακατεύονται με το νερό και τις σαπουνάδες, να σχηματίζουν τύρβες και σχήματα και μετρούσα τους μήνες που είχαν περάσει από την τελευταία φορά. Ιούλιος ήταν, άρα 6 και κάτι ψιλά. Και πριν από αυτό; Δεκέμβρης. Άραγε θα είναι έτσι από δω και πέρα; Θα χάνεται ένας κάθε μισό χρόνο;
Τουλάχιστον αυτή τη φορά ήταν μεγάλος, είχε προλάβει να ζήσει πολλά περισσότερα από άλλους, και δεν είχε κρατήσει πολύ όλο αυτό, δεν πονούσε, δεν βασανιζόταν. Αλλά και πάλι, όσες δικαιολογίες και να βρεις, τίποτα δεν αλλάζει, απλά η κατάσταση εκλογικεύεται, έχεις δυο τρία πράγματα να λες στον εαυτό σου για να νομίζεις ότι όλα είναι λίγο πιο φωτεινά.