Monday, 13 September 2010

Retrieval

Άνοιξε την πόρτα και την είδε μπροστά του, το μαχαίρι στο δεξί της χέρι. "Άσε με να μπω." Δεν ήταν εντολή. Δεν ήταν παράκληση. Δεν υπήρχε τίποτα στη φωνή της. Έκανε στην άκρη και την άφησε να περάσει μέσα.
Την ακολούθησε, καθώς έβρισκε το δρόμο ανάμεσα στις κούτες και στα σκόρπια πράγματα στο πάτωμα, ως την κουζίνα, μέχρι που στάθηκαν μπροστά στο νεροχύτη. Άπλωσε το χέρι της κι έβαλε το φορτίο του στο δικό του. "Σου έφερα τα τελευταία δικά σου πράγματα. Δεν κάνει να φύγεις χωρίς να τα πάρεις μαζί σου."
Κοίταξε το μαχαίρι, είδε τα μάτια της στην αντανάκλαση, δε θύμιζαν σε τίποτα τα ζεστά μάτια που τον κοιτούσαν με λατρεία λίγους μήνες πριν. "Δεν είναι δικό μου." της είπε σιγανά.
"Όχι αυτό." Το πήρε πάλι από τα χέρια του με μια βίαιη κίνηση κι έκοψε τα μαλλιά της. "Αυτά είναι δικά σου!" γάβγισε με μια φωνή παραμορφωμένη από τη μανία της, και τα πέταξε στα πόδια του.
Ακούμπησε το χέρι της στο τραπέζι, και πριν προλάβει να κάνει το παραμικρό για να την σταματήσει, έκοψε το δείκτη του αριστερού της χεριού. "Δεν γίνεται να αγγίξω κανέναν πια!". Προχώρησε στο μέσο.
Για μια στιγμή νόμιζε ότι ονειρευόταν. Όχι. Προσπάθησε να της πάρει το μαχαίρι. "Θα στο δώσω μόνο αν το κάνεις εσύ, αν πάρεις μόνος σου ότι σου ανήκει."
Ένα ένα, έκοψε όλα της τα δάχτυλα, αηδιασμένος από το αίμα και το βουβό της πόνο. Με κάθε κόψιμο την άκουγε μόνο να παίρνει μια βαθιά ανάσα, να ετοιμάζεται για την επόμενη πληγή.
"Τώρα τα μάτια. Δε θα κοιτάξω ποτέ τίποτα πια. Πάρε κάθε εκατοστό δέρματος που έχεις ποτέ ακουμπήσει.. Είναι σημαδεμένο, με καίει σε κάθε ανάμνηση."
Λίγο πριν το τέλος, είδε το σπασμένο, το παραμορφωμένο και ακρωτηριασμένο πλάσμα στο πάτωμα να παίρνει την τελευταία του ανάσα. "Την καρδιά. είναι ολόκληρη δική σου, πάντα ήταν.."

Όταν πια κρατούσε την καρδιά της στα χέρια του, ακόμα ζεστή, το αίμα της έτρεχε ανάμεσα στα δάχτυλά του, μούσκευε τα ρούχα του, το χαλί, την ψυχή του. Τα μάτια του γεμάτα δάκρυα, το μυαλό του άδειο από αυτά που ήξερε, αλλά δεν μπορούσε να πιστέψει, ότι είχε κάνει. Άκουσε κάτι σαν ψίθυρο, κάτι που έμοιαζε με τη φωνή της, όπως την ήξερε. Σιγανή, τρυφερή, ήρεμη, μετά από καιρό: "Σ'αγαπάω"

8 comments:

poexania said...

Ίσως θα ήταν καλό να πας να συνεργαστείς με τους παραγωγούς του επόμενου Saw...

Poe said...

πάντως κράτα τα δάχτυλα του ενός χεριού καλού κακού για να μπορείς τουλάχιστον να μουτζώνεις.

anisixos said...

Μου τη σπανε τα γλυκαναλατα ποστ.Αυτο παραειναι μαλιστα.

black fairy said...

@poe
Θα κρατήσω δάχτυλα να μουτζώνω τον εαυτό μου, αν αναγκαστώ να δω έστω και ένα saw ακόμα. το πρώτο ήταν υπεραρκετό.

@anisixos
Περνάω "γλυκανάλατη", όπως την αποκαλείς, φάση. Σου εύχομαι να μην αναγκαστείς να περάσεις ποτέ αυτό που περνάω εγώ τώρα, για να μη γίνεις σαν κι εμένα.
Επίσης, από ότι θυμάμαι, δε σε υποχρέωσα εγώ, κι ούτε κανείς άλλος, να διαβάσεις το ποστ.

poexania said...

Αν και λάθος εποχή, ορίστε ενα παλιό μου ποίημα

ΑΠΩΝ ΤΗΣ ΤΟΣΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ ΤΗΣ

Έρχεται η άνοιξη
Τα δέντρα θα ανθίσουν, ο ήλιος θα λάμψει, η μέρα θα μεγαλώσει
Θα ζεστάνει η νύχτα.

Έρχεται η άνοιξη
Θα ξεμυτίσουν οι εραστές, θα γαλανέψει ο ουρανός, θα γαληνέψει η θάλασσα.

Όλα τα αγρίμια θα βγουν απ’ τις φωλιές τους,
Φωνές παιδιών, θα ακούγονται, κάτω από κατάλευκα νεογέννητα σύννεφα.

Σύννεφα αθώα, που δεν έχουν ακόμα δακρύσει για τίποτα ώστε να γίνει βροχή το δάκρυ τους,
σύννεφα που χαϊδεύουν το δικτάτορα ουρανό

Τα παλτά θα μπουν στις ντουλάπες να τα φάει ο σκόρος και θα βγουν απ’ τις ντουλάπες τα καλοκαιρινά, όσα ο σκόρος δεν έφαγε

Γελάστε, χαρείτε, φωνάξτε, όσο εγώ προσεύχομαι η άνοιξη αυτή ποτέ να μην φτάσει,
γιατί είμαι απών της τόσης ομορφιάς της.

Τέλος

Stranger said...

Να σου πω την αληθεια ανατριχιασα με το τελος... Το ενδεχομενο να γραψεις καποιο βιβλιο το εχεις σκεφτει;

black fairy said...

@Stranger
Όχι δεν είμαι αρκετά ψώνιο, από ότι φαίνεται :)

anisixos said...

αι μωρη