Friday, 30 January 2009

i don't belong here...





i'm a creep, i'm a weirdo,
what the hell am i doing here?
i don't belong here...

Tuesday, 13 January 2009

Μαύρο

Η μέρα του θανάτου του σήμανε, θα 'λεγε κανείς, και το δικό της τέλος.

Για μέρες το μοναδικό σημάδι ότι ήταν ζωντανή ήταν τα δάκρυα που έτρεχαν χωρίς σταματημό από τα μάτια της.
Στην κηδεία δεν ήθελε να πάει. Την τελευταία μόνο στιγμή, ντύθηκε στα μαύρα κι έφυγε αθόρυβα σα φάντασμα, χωρίς να χαιρετίσει, χωρίς να πει που πάει, χωρίς να πάρει μαζί της κινητό. Αυτό είχε κλείσει άλλωστε εδώ και καιρό από μπαταρία. Δεν το κοιτούσε, δεν υπήρχε περίπτωση να χτυπήσει και να 'ναι αυτός, δεν την ένοιαζε. Δεν περίμενε τίποτα.
Στάθηκε πίσω-πίσω, κρυμμένη, αθέατη από όλους. Δεν πλησίασε για να τον κοιτάξει μια τελευταία φορά. Ήξερε πως δεν ήταν πια εκείνος. Ήταν ένα νεκρό σώμα που δεν θα την κοιτούσε χαμογελώντας ενώ θα πλησίαζε. Ήθελε να τον θυμάται όπως ήταν πρίν, όπως ήταν στις φωτογραφίες που την είχε αγκαλιά. Κι ήταν τόσο λίγες αυτές, ρε γαμώτο. Δεν έβγαζαν. Δεν υπήρχε λόγος, έλεγε. "Θα είμαστε μαζί, να φτιάχνουμε συνέχεια καινούριες, ζωντανές αναμνήσεις. Τί να κάνουμε τις παλιές πάνω σ'ένα χαρτί που ξεθωριάζει;"

Παράτησε τη δουλειά, γύρισε στο πατρικό της.
Ξάπλωσε στο παιδικό της κρεβάτι και αφέθηκε. Στο σκοτάδι και στη σιωπή του παιδικού της δωματίου. Στις εικόνες και στις μουσικές, τα γέλια και τις μουσικές τους μέσα στο κεφάλι της. Δεν έτρωγε, δεν έβγαινε έξω, με το ζόρι μίλαγε. Δε σηκωνόταν να μιλήσει στους φίλους που πήγαιναν να τη δουν. Απλά ανασηκωνόταν, άνοιγε τα σβησμένα μάτια της και κάρφωνε το κενό και χαμένο βλέμμα της πάνω τους. Έκλαιγε, μόνο έκλαιγε. Αθόρυβα. Ασταμάτητα. Όταν κατάφερνε να την πάρει λίγο ο ύπνος, ξυπνούσε τρομαγμένη, φωνάζοντας το όνομά του.

Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να αποφασίσει να σηκωθεί από το κρεβάτι. Μέρες; βδομάδες; Δεν ήξερε, και δεν την ένοιαζε και καθόλου να μάθει. Σύρθηκε μέχρι το μπάνιο, γέμισε τη μπανιέρα και κλείδωσε την πόρτα. Αφέθηκε στην απουσία αισθήσεων και την ασφάλεια που της πρόσφερε το νερό γύρω της, μέχρι τη στιγμή που το σώμα της δεν άντεχε άλλο κάτω από αυτό, και σε πείσμα του μυαλού της, έπαιρνε ανάσα. Προσπαθούσε να ζήσει χωρίς την άδειά της. Όμως βυθιζόταν ξανά.. και ξανά.. και ξανά...
Έτσι γύρισε και πάλι στο κρεβάτι. Στη μοναξιά και στο σκοτάδι της. Ευχόταν συνέχεια κάτι μέσα της να αλλάξει ξαφνικά, να φύγει ο πόνος, να βρεθεί κοντά του, ίσως.. Όμως κάθε πρωί -ήταν άραγε πρωί όταν ξυπνούσε;- την έβρισκε όλο και πιο μόνη και απελπισμένη..

Τις τελευταίες μέρες το κορμί της, αδυνατισμένο από την έλλειψη τροφής, σιγά σιγά ατροφούσε και την εγκατέλειπε. Το μυαλό της, από την άλλη, πιο δυνατό και ενεργητικό από ποτέ, τον έπλαθε ολοζώντανο μπροστά της. Ξάπλωνε δίπλα της και την αγκάλιαζε όπως παλιά. Μπορούσε να νιώσει το σώμα του κολλημένο στο δικό της, την ανάσα του στο αυτί της, άκουγε τη φωνή του.. Της ψιθύριζε πως δεν έφυγε ποτέ από κοντά της, πως δε θα έφευγε μέχρι να το θελήσει εκείνη, πως τώρα, απαλλαγμένος από την καθημερινότητα, από τη σάρκα, την αγαπούσε πιο πολύ, πιο αληθινά..
Είχε σταματήσει να κλαίει, κι αν και ο μορφασμός στο πρόσωπό της σε τίποτα δε θύμιζε το χαμόγελο που φώτιζε άλλοτε το τώρα χλωμό και σκελετωμένο πρόσωπό της, τέτοιο ήταν. Χάρηκαν όλοι που επιτέλους άρχισε να το ξεπερνάει...

Εκείνο το βράδυ, όταν πέρασε ο πατέρας της από το δωμάτιό της να δει τι έκανε, μέσα στο σκοτάδι του δωματίου ξεχώρισε τα μάτια της, που έλαμπαν με κάτι από τη ζωντάνια που είχαν παλιά..
Εκείνο το βράδυ, της άπλωσε το χέρι, κι αυτή το έπιασε με λαχτάρα, μουρμουρώντας κάτι σαν "επιτέλους"...
Εκείνο το βράδυ, τη βρήκαν κι εκείνη νεκρή, με ένα γαλήνιο χαμόγελο, ίδιο με εκείνο που ζωγραφιζόταν στο προσωπό της όταν ήταν μαζί του.

Saturday, 10 January 2009

Πες μου ένα ψέμα ν'αποκοιμηθώ..

Όταν βλέπεις πως δεν είμαι στα καλά μου, κι όταν ζητάω τόσο επίμονα να μου πεις πότε θα 'ρθεις.. μου λείπεις. Μου λείπει μια ζεστή αγκαλιά, οι βλακείες μας, οι βόλτες μας με το αυτοκίνητο..
Πόσο δύσκολο είναι να μου πεις ένα μικρό, λευκό ψεματάκι για να με κάνεις να νιώσω λίγο καλύτερα, για να μπορέσει να με πάρει ο ύπνος το βράδυ, για να έχω κάτι όμορφο να διώξει τους εφιάλτες;
Πες μου πως το πρωί που θα ξυπνήσω θα 'σαι εδώ, και θα με πάρεις από το χέρι, να πάμε για καφέ, να παίξουμε τάβλι και να χάσω όπως πάντα, και μετά να δούμε τα ψαράκια.. Πες μου πως θα 'ρθεις την άλλη βδομάδα, απλά να 'χω κάτι να κρατιέμαι, κάτι να περιμένω, κι ας ξέρω κατά βάθος από την πρώτη στιγμή που θα το ξεστομίσεις, πως είναι απίθανο να γίνει αυτό..
Είναι δύσκολο, ρε γαμώτο, να είσαι μακριά, κι ακόμα πιο δύσκολο να μην έχω ούτε μια ψεύτικη υπόσχεση πως θα 'ρθεις..

Φεύγει κι έρχεται ο καλός σου
πως να βρεις τον εαυτό σου..;