Tuesday, 30 September 2008

Σκοτάδι

Ποτέ δε φοβόμουν το σκοτάδι, κι ένα παραπάνω εκείνο που τις νύχτες απλώνεται στο δωμάτιό μου, που μάλλον φιλικό το έβρισκα.. Όμως θες εκείνο το φως που κάποιος κάπου έχει αφήσει αναμμένο, το ξένο από κείνα που φωτίζουν κάθε νύχτα, θες η σκέψη πως το εμπόδιο που υψώνεται μπροστά μου είναι κάτι πέρα και έξω από μένα, με κάναν τώρα να τρέμω να κουνηθώ, να αναπνεύσω, να ανοίξω τα μάτια μου...
Δεν έκλαιγα για πολλά χρόνια. Ούτε μπροστά σε άλλους ούτε μόνη μου. Όχι επειδή δεν το 'θελα. Ήταν σαν η βρύση να είχε στερέψει και να μη γινόταν να βγάλει πια ούτε μια σταγόνα, όσο κι αν προσπαθούσα, όσο κι αν έσφιγγα τα μάτια μου μέχρι να πονέσουν. Τώρα όμως, η ιδέα και μόνο πως ο "εχθρός" μου είναι τόσο μεγάλος, τόσο μακρινός και τόσο καλά προετοιμασμένος, με κάνει να κλαίω με το παραμικρό σαν μωρό...
Έχω πια συνεχώς την αίσθηση πως βρίσκομαι μπροστά σ'έναν τεράστιο, ομοιόμοφρο τοίχο, που απλώνεται πολύ πιο ψηλά από κεί που φτάνουν να δουν τα μάτια μου, και πολύ πιο μακριά από που τα πόδια μου αντέχουν να με πάνε. Τον αγγίζω, ψάχνοντας μιαν ατέλεια, ένα τούβλο σπασμένο ή λάθος τοποθετημένο, κάτι που θα με βοηθούσε, όχι να τον ρίξω -αυτό είναι τόσο πέρα από τις δυνάμεις μου που ούτε να το σκεφτώ τολμώ- μα να δω τι κρύβεται από πίσω του, στο φως, έξω από την πυκνή σκιά του που με καλύπτει...
Έτσι, ο κόσμος γύρω μου αλλάζει, γίνεται θολός και σκοτεινός. Μάγισσες και ξωτικά καταβροχθίζουν κάθε ίχνος ελπίδας από μέσα μου, κι εγώ είμαι απλά μια νεράιδα, τόσο μικρή κι αδύναμη, που ούτε να τους σταματήσω, ούτε να τους ξεφύγω μπορώ. Μπορώ απλά να μένω αμέτοχη και μουδιασμένη, να τους παρακολουθώ να κομματιάζουν τη ζωή μου...